Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Ας αφήσουμε τις ευγένειες.
Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη, χθες, στο υπουργικό συμβούλιο περί επιτελικού κράτους, που ισοδυναμούσε με «άλλο η κυβέρνηση, άλλο η Βουλή», δεν ήταν μια απλή θεσμική υπενθύμιση. Ήταν, κυρίως, μια έμμεση ομολογία: ότι το «επιτελικό κράτος» σκοντάφτει όχι στην αντιπολίτευση, αλλά μέσα στο ίδιο το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Διότι αν η διάκριση των εξουσιών λειτουργούσε στην πράξη, δεν θα χρειαζόταν να τη θυμίζει ο πρωθυπουργός στους βουλευτές της παράταξής του. Το πρόβλημα, άρα, είναι αλλού. Και έχει ονοματεπώνυμο: η σύγκρουση ανάμεσα σε ένα κεντρικά ελεγχόμενο μοντέλο εξουσίας -με βασικό εκφραστή τον υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο- και σε ένα πολιτικό προσωπικό που έμαθε να επιβιώνει αλλιώς.
Για δεκαετίες, το ελληνικό πολιτικό σύστημα στηρίχθηκε σε μια απλή συναλλαγή: ψήφος έναντι εξυπηρέτησης. Ο βουλευτής δεν ήταν μόνο νομοθέτης· ήταν ο άνθρωπος που «ξεμπλοκάρει» υποθέσεις, που ανοίγει πόρτες, που παρεμβαίνει. Το ρουσφέτι δεν ήταν παρεκτροπή. Ήταν θεσμοποιημένη πρακτική, έστω και άτυπα.
Το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» ήρθε να ανατρέψει αυτή την ισορροπία. Με συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στο Μέγαρο Μαξίμου, με αυστηρή ιεραρχία, με φίλτρα στις αποφάσεις. Όλα περνούν από το κέντρο. Τίποτα δεν αφήνεται στην «πρωτοβουλία» της περιφέρειας. Και εδώ ακριβώς γεννάται η ένταση: διότι αυτό που για το Μαξίμου παρουσιάζεται ως εξορθολογισμός, για τους βουλευτές μεταφράζεται σε απώλεια ρόλου.
Δεν είναι όμως μόνο ζήτημα εσωκομματικής ισορροπίας. Είναι και ζήτημα λογικής διακυβέρνησης. Διότι το ερώτημα που πλανάται -και δεν απαντάται πειστικά- είναι γιατί επιλέχθηκε ένα τόσο κλειστό, πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο. Είναι μόνο για λόγους αποτελεσματικότητας ή και για λόγους ελέγχου;
Όταν η εξουσία συγκεντρώνεται, δε, σε έναν στενό πυρήνα, η διαφάνεια δεν ενισχύεται αυτομάτως. Αντιθέτως, δημιουργούνται σκιές. Όχι απαραίτητα αποδείξεις, αλλά υπόνοιες. Και στην πολιτική, οι υπόνοιες αρκούν για να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη.
Σε αυτό το περιβάλλον, η επίκληση του πρωθυπουργού στη «στενή συνεργασία» κυβέρνησης και βουλευτών μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια εκτόνωσης παρά με ουσιαστική απάντηση. Διότι οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν απλώς για τον τρόπο συνεργασίας. Διαφωνούν για το ίδιο το νόημα της πολιτικής παρουσίας.
Για την κυβέρνηση, ο βουλευτής καλείται να συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών και να τις στηρίζει. Για τον ίδιο τον βουλευτή, όμως, η πολιτική επιβίωση εξακολουθεί να περνά μέσα από την ικανότητα να παρεμβαίνει υπέρ των ψηφοφόρων του. Και όσο αυτό ισχύει, η σύγκρουση δεν θα εκλείψει.
Ας είμαστε ειλικρινείς: κανείς δεν εκλέγεται στην Ελλάδα μόνο με το πρόγραμμά του. Εκλέγεται με δίκτυα, με σχέσεις, με προσδοκίες ανταπόδοσης. Το ρουσφέτι μπορεί να μην ομολογείται, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Το Μαξίμου επιχειρεί να περιορίσει τις πελατειακές πρακτικές συγκεντρώνοντας την εξουσία. Όμως, χωρίς πραγματική διάκριση εξουσιών και χωρίς αλλαγή του τρόπου πολιτικής εκπροσώπησης, η συγκέντρωση αυτή δεν λύνει το πρόβλημα. Το μεταφέρει.
Η σημερινή ένταση στη Νέα Δημοκρατία είναι απλώς η επιφάνεια. Από κάτω, παραμένει άθικτο το βασικό ερώτημα: θέλουμε ένα κράτος που λειτουργεί με κανόνες ή ένα κράτος που λειτουργεί με διαμεσολαβήσεις;
Μέχρι να απαντηθεί αυτό, οι φράσεις περί διάκρισης εξουσιών θα ακούγονται σωστές, αλλά κενές. Και το ρουσφέτι, όσο κι αν καταγγέλλεται, θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να επιβιώνει -είτε στην περιφέρεια είτε στο κέντρο.
Γιατί στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν είναι ποιος ασκεί την εξουσία. Είναι πώς την ασκεί. Και, κυρίως, για ποιον.
Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι αν η κυβέρνηση διαχωρίζεται από τη Βουλή. Είναι ότι και οι δύο συνεχίζουν να συναντιούνται στο ίδιο σημείο: στην ανάγκη διαχείρισης ενός συστήματος που ζει από τις εξαρτήσεις του. Και σε αυτό το σύστημα, το ρουσφέτι δεν είναι παρεκτροπή. Είναι προϋπόθεση.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.