Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Υπάρχουν προβλήματα που ξεσπούν ξαφνικά και απαιτούν άμεσες πολιτικές αποφάσεις. Υπάρχουν όμως και εκείνα που εξελίσσονται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι να μετατραπούν σε εθνικές απειλές. Το δημογραφικό και το συνταξιοδοτικό ανήκουν αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Πρόκειται για δύο βραδυφλεγείς βόμβες που βρίσκονται στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και των οποίων η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικά. Το 2025 οι γεννήσεις στη χώρα μειώθηκαν κατά 2.873 ή 4,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, περιοριζόμενες στις 65.594. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη ότι η μείωση αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο αλλά συνέχεια μιας μακράς καθοδικής πορείας. Παράλληλα, ολοένα περισσότερες Ελληνίδες αποκτούν παιδιά μετά τα 40 τους χρόνια, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται πλέον στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.
Οι λόγοι είναι γνωστοί. Η ακρίβεια, η στεγαστική δυσκολία, η εργασιακή ανασφάλεια, οι επαγγελματικές επιδιώξεις αλλά και οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές αντιλήψεις ωθούν πολλά ζευγάρια να αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας ή να περιορίζουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν να αποκτήσουν. Και αυτό συμβαίνει παρά τα μέτρα που έχουν κατά καιρούς ανακοινωθεί για τη στήριξη των νέων οικογενειών και ειδικά των πολύτεκνων.
Το δημογραφικό είναι ίσως το μοναδικό πρόβλημα που όλες οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν, όλες δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν και καμία δεν έχει καταφέρει να αναχαιτίσει. Οι αριθμοί είναι αδιάφοροι απέναντι στις κυβερνητικές εξαγγελίες. Δεν επηρεάζονται από διακηρύξεις, ούτε αλλάζουν πορεία επειδή ένα πρόβλημα ανακηρύσσεται σε εθνική προτεραιότητα. Κρίνονται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα.
Και το αποτέλεσμα δείχνει ότι η Ελλάδα γερνά. Όχι κάποια στιγμή στο μέλλον. Τώρα. Με λιγότερες γεννήσεις, περισσότερους ηλικιωμένους και ολοένα μικρότερο παραγωγικό πληθυσμό.
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης δεν αφορούν μόνο τα σχολεία που αδειάζουν ή τα χωριά που ερημώνουν. Αφορούν την αγορά εργασίας, τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας, την κάλυψη κρίσιμων θέσεων απασχόλησης και, σε βάθος χρόνου, ακόμη και την αμυντική ισχύ της χώρας.
Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά και η δεύτερη βραδυφλεγής βόμβα: το συνταξιοδοτικό. Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα στηρίζεται στη διαγενεακή αλληλεγγύη. Οι εργαζόμενοι του σήμερα χρηματοδοτούν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Όταν όμως οι νέοι μειώνονται και το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, η ισορροπία αυτή γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποίησε ότι οι δημόσιες συντάξεις δύσκολα θα μπορούν στο μέλλον να εξασφαλίζουν από μόνες τους επαρκές επίπεδο διαβίωσης. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η μείωση των γεννήσεων επιβαρύνουν το διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, μεταφέροντας μεγαλύτερο βάρος στις νεότερες γενιές και εγείροντας ζητήματα βιωσιμότητας και διαγενεακής δικαιοσύνης.
Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Καμία επιδότηση από μόνη της δεν μπορεί να ανατρέψει κοινωνικές και οικονομικές τάσεις δεκαετιών. Απαιτείται μια συνολική στρατηγική που θα δίνει στους νέους λόγους να δημιουργήσουν οικογένεια και ταυτόχρονα θα διασφαλίζει ότι οι επόμενες γενιές δεν θα κληθούν να σηκώσουν ένα δυσανάλογο ασφαλιστικό βάρος.
Το δημογραφικό και το συνταξιοδοτικό δεν θα λυθούν όταν γίνουν πρωτοσέλιδο. Τότε θα έχουν ήδη εξελιχθεί σε εθνικό λογαριασμό που κάποιος θα κληθεί να πληρώσει. Και όσο η χώρα επιλέγει να συζητά το πρόβλημα αντί να το αντιμετωπίζει, τόσο ο λογαριασμός αυτός θα μεγαλώνει. Μέχρι τη στιγμή που δεν θα αφορά πια τους αριθμούς, αλλά τις δυνατότητες της ίδιας της Ελλάδας να σχεδιάσει το μέλλον της.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.