Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Η Τουρκία ουδέποτε εγκατέλειψε έστω και μία από τις διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδος. Δεν απέσυρε το casus belli. Δεν εγκατέλειψε τη «Γαλάζια Πατρίδα». Δεν σταμάτησε να αμφισβητεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Δεν αποχώρησε από την κατεχόμενη Κύπρο.
Η Τουρκία δεν άλλαξε με την πολιτική των “ήρεμων νερών”. Αυτό που άλλαξε με τη συγκεκριμένη πολιτική ήταν ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Και ίσως η μεγαλύτερη συμβολή της πολιτικής των «ήρεμων νερών» να μην ήταν ότι μειώθηκε η ένταση στο Αιγαίο αλλά ότι διευκόλυνε αυτή ακριβώς τη μεταβολή.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε χθες στο ΣΚΑΙ ότι «τα ήρεμα νερά είναι χρήσιμα, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός». Δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς με αυτή τη διαπίστωση. Η αποκλιμάκωση είναι προτιμότερη από την ένταση. Η μείωση των μεταναστευτικών ροών είναι θετική εξέλιξη. Όπως θετικό είναι και το γεγονός ότι οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου έχουν περιοριστεί αισθητά.
Υπάρχει όμως μια εύλογη απορία. Αν τα «ήρεμα νερά» δεν είναι αυτοσκοπός, τότε ποιος ήταν ο στρατηγικός τους στόχος; Και, κυρίως, ποιο ήταν το πολιτικό τους αποτέλεσμα;
Δεν περνά επίσης απαρατήρητη η χρονική συγκυρία της δήλωσης. Έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να ανακτήσει ακροατήριο στα δεξιά της, ενώ η συζήτηση για ενδεχόμενη δημιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά επηρεάζει ήδη το πολιτικό σκηνικό.
Ένας τρίτος παρατηρητής θα μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η επισήμανση πως τα «ήρεμα νερά δεν είναι αυτοσκοπός» αποτελεί μια προσπάθεια αλλαγής πολιτικού τόνου. Αν όμως αλλάζει μόνο η ρητορική και όχι η πολιτική, τότε βρισκόμαστε ενώπιον μίας προφανούς αντίφασης.
Διότι την αμέσως προηγούμενη ημέρα, στις 30/06/2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Τουρκία υπέγραψαν στην Άγκυρα ένα κοινό ανακοινωθέν που αποτυπώνει την πρόθεσή τους να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους σχεδόν σε κάθε κρίσιμο πεδίο: στην οικονομία, στην ασφάλεια, στην άμυνα, στη μετανάστευση, στην ενέργεια, στις μεταφορές, ακόμη και μέσω νέων γύρων θεσμικού διαλόγου υψηλού επιπέδου.
Είναι ένα κείμενο που δύσκολα θυμίζει ότι αφορά την ίδια Τουρκία. Τη χώρα που εξακολουθεί να κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος στην Κύπρο. Που διατηρεί το casus belli κατά της Ελλάδας. Που συνεχίζει να αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
“Όλο αυτό” δε ενώ μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε υιοθετήσει μια ιδιαίτερα επικριτική έκθεση για την Τουρκία. Μιλούσε για υποχώρηση του κράτους δικαίου, για δημοκρατική οπισθοδρόμηση, για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για το casus belli, για τη «Γαλάζια Πατρίδα», για την κατοχή της Κύπρου και για τις απειλές κατά της Ελλάδας.
Πρόκειται για μια κραυγαλέα αντίφαση. Αλλά ίσως όχι μόνο ευρωπαϊκή.
Διότι η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις της. Κρίνεται και από τα αποτελέσματά της. Και το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση αισθάνεται αρκετά άνετα ώστε να οικοδομεί μια ολοένα στενότερη στρατηγική σχέση με μια χώρα την οποία, στα χαρτιά τουλάχιστον, εξακολουθεί να χαρακτηρίζει προβληματική.
Γιατί συνέβη αυτό; Διότι η Ελλάδα το επέτρεψε. Διότι όταν η ίδια η Ελλάδα επενδύει πολιτικά στην εικόνα της ομαλότητας, όταν υπογράφει διακηρύξεις φιλίας και παρουσιάζει τις σχέσεις με την Τουρκία ως παράδειγμα αποκλιμάκωσης, εκπέμπει προς τους εταίρους της ένα συγκεκριμένο μήνυμα: ότι το ελληνοτουρκικό πρόβλημα δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο για την αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων.
Κανείς στις Βρυξέλλες δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί πιο ανήσυχος από την ίδια την Ελλάδα. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα δηλώνει ότι τα «ήρεμα νερά» είναι χρήσιμα αλλά δεν είναι αυτοσκοπός και από την άλλη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια Ευρώπη που αξιοποιεί ακριβώς αυτή την εικόνα ομαλότητας για να επαναφέρει την Τουρκία στον πυρήνα της στρατηγικής της.
Η διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από όσα λες στον αντίπαλό σου. Κρίνεται και από τα μηνύματα που στέλνεις στους συμμάχους σου. Αν τους πείσεις ότι η απειλή έχει περιοριστεί, δεν μπορείς να απορείς όταν αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τον αντίπαλό σου ως στρατηγικό εταίρο.
Ίσως, τελικά, τα “ήρεμα νερά” να είναι το μεγαλύτερο δώρο που έκανε η Ελλάδα στην Τουρκία. Όχι γιατί άλλαξε την Τουρκία. Αλλά γιατί συνέβαλε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο την βλέπει η Ευρώπη.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.