Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Αναπτύσσονται γρήγορα, μειώνουν την ανεργία και στα χαρτιά είναι από τις πλέον υποσχόμενες οικονομίες στην Ευρώπη. Ελλάδα και Ισπανία, όμως, βρίσκονται αντιμέτωπες με έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια, με επίκεντρο την ακρίβεια και το στεγαστικό.
Υπάρχει κοινός παρανομαστής και αξίζει να τον δούμε.
Στην Αθήνα κατατέθηκε χθες το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, με την κυβέρνηση να προβάλλει τις ισχυρές επιδόσεις και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια ημέρα, στη Μαδρίτη, ο Πέδρο Σάντσεθ προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 29 Νοεμβρίου.
Προφανώς, οι πολιτικές συνθήκες είναι διαφορετικές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ ο Σάντσεθ κυβερνά μέσω εύθραυστων συμμαχιών, δίχως να έχει κατορθώσει να περάσει νέο προϋπολογισμό από το 2023.
Η καταψήφιση των μέτρων του για τη στεγαστική κρίση αποτέλεσε την αφορμή για την προσφυγή στις κάλπες. Μία αφορμή την οποία προφανώς άδραξε. Διότι ο Ισπανός πρωθυπουργός κουβαλά τη φθορά οκτώ ετών διακυβέρνησης, υποθέσεις διαφθοράς που αγγίζουν το περιβάλλον του, το μεταναστευτικό, την Καταλονία και μία κυβέρνηση που δυσκολεύεται πλέον να κυβερνήσει. Με τις εκλογές επιχειρεί να αλλάξει το γήπεδο: από τη φθορά της κυβέρνησής του, στο στεγαστικό, στην ακρίβεια και στο δίλημμα απέναντι στο ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης PP-Vox.
Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν οδηγείται στις κάλπες με μία οικονομία σε ύφεση. Κάθε άλλο.
Το ισπανικό ΑΕΠ έχει αυξηθεί περίπου 15% από τα τέλη του 2021, η χώρα αναπτύσσεται ταχύτερα από τις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, δημιουργεί θέσεις εργασίας και μειώνει το δημόσιο χρέος της.
Θα έπρεπε, θεωρητικά, να είναι μία ιστορία πολιτικής επιτυχίας. Μόνον που οι Ισπανοί δεν κατοικούν μέσα στο ΑΕΠ. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν περίπου 26% σε δύο χρόνια, τα ενοίκια έχουν γίνει απαγορευτικά για πολλούς νέους, η στεγαστική κρίση βγάζει κόσμο στους δρόμους και η ακρίβεια εξακολουθεί να κατατρώει το διαθέσιμο εισόδημα.
Και αυτός είναι ο κοινός παρανομαστής με την Αθήνα.
Το ελληνικό προσχέδιο προϋπολογισμού περιγράφει επίσης μία οικονομία που αναπτύσσεται ισχυρά, με την ανεργία και το δημόσιο χρέος να υποχωρούν και με νέα μέτρα στήριξης των εισοδημάτων.
Την ίδια ώρα, όμως, η Eurostat εκτιμά τον πληθωρισμό του Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα στο 5,1%, από 3,7% τον Αύγουστο, έναντι 3,8% στην ευρωζώνη. Στην Ισπανία; 5%.
Οι αριθμοί της ελληνικής οικονομίας είναι θετικοί και η κυβέρνηση δικαιούται να τους προβάλλει. Δεν δικαιούται, όμως, να θεωρεί ότι αποτελούν από μόνοι τους απάντηση στην ακρίβεια.
Διότι εδώ δεν μιλάμε καν για αποκλιμάκωση. Ο πληθωρισμός επιταχύνεται. Και επιταχύνεται πάνω σε τιμές που είχαν ήδη ανέβει τα προηγούμενα χρόνια και δεν επέστρεψαν ποτέ εκεί όπου βρίσκονταν.
Το γάλα, το κρέας, το ρεύμα ή το ενοίκιο δεν γίνονται φθηνότερα επειδή αυξάνεται το ΑΕΠ. Ούτε η ανάπτυξη πληρώνει τον λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ.
Αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο για κάθε κυβέρνηση που βλέπει τους μακροοικονομικούς δείκτες να βελτιώνονται: να αρχίσει να πιστεύει ότι επειδή ευημερούν οι αριθμοί, ευημερούν και εκείνοι που τους παράγουν.
Η Μαδρίτη υπενθυμίζει στην Αθήνα μία παλιά πολιτική αλήθεια: οι κυβερνήσεις μπορούν να ευημερούν στους πίνακες της Eurostat και να φθείρονται στα ταμεία των σούπερ μάρκετ.
Ο Σάντσεθ μπορεί να κερδίσει ή να χάσει στις 29 Νοεμβρίου. Η Ελλάδα δεν είναι Ισπανία και ο Μητσοτάκης δεν βρίσκεται στη θέση του Σάντσεθ. Το μήνυμα, όμως, ταξιδεύει μια χαρά από τη Μαδρίτη έως την Αθήνα. Οι καλοί αριθμοί αποκτούν πολιτική αξία όταν περνούν την πόρτα του νοικοκυριού.
Οι εκλογές, ούτως ή άλλως, δεν γίνονται στη Eurostat.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.