Μήπως ο πόλεμος στο Ιράν ωθεί ορισμένες κυβερνήσεις εκτός Αμερικής να «αδειάσουν» το χρέος σε δολάρια;
Αυτό το ερώτημα αιωρείται πρόσφατα πάνω από τις αγορές, εν μέσω ισχνών αποτελεσμάτων σε δημοπρασίες treasuries –και ενός άλματος σχεδόν 50 μ.β. στις αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος (αν και τώρα αυτό έχει ελαφρώς αντιστραφεί).
Και οι FT έχουν επίσης αποκαλύψει πως οι κεντρικές τράπεζες εκτός ΗΠΑ έχουν πουλήσει treasuries αξίας 82 δισ. δολαρίων από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος, σύμφωνα με στοιχεία της Federal Reserve. Έτσι, η αξία του ενεργητικού που διακραττούν, 2,7 τρισ. δολάρια, είναι στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2012.
Φυσικά, τα 82 δισ. δολάρια είναι ασήμαντο ποσό στη μεγαλύτερη εικόνα. Και αυτά τα στατιστικά στοιχεία της Fed παρουσιάζουν μικρή απόκλιση από τα πιο γνωστά διασυνοριακά δεδομένα του Treasury International Capital (TIC).
Επιπλέον, οι πωλήσεις των κεντρικών τραπεζών πιθανότατα αντανακλούν την ανάγκη συγκέντρωσης ενός αμυντικού «πολεμικού αποθέματος» σε ταραγμένους καιρούς, παρά ένα αντι-αμερικανικό αίσθημα. Ορισμένες κεντρικές τράπεζες, όπως η πολωνική, πωλούν χρυσό για αυτόν ακριβώς τον λόγο.
Ωστόσο, καθώς τα νέα αυτά έρχονται εν μέσω αναφορών ότι το Ιράν απαιτεί πληρωμές για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ σε κινεζικά γουάν ή κρυπτονομίσματα -και εν μέσω χλευαστικών σκίτσων από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας που ειρωνεύονται την κυριαρχία του δολαρίου- δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι πωλήσεις των κεντρικών τραπεζών προκάλεσαν ενδιαφέρον. Σε πυρετώδεις περιόδους, τα στοιχεία φύλαξης της Fed έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια δόση ειρωνείας εδώ. Διότι, ενώ οι κεντρικές τράπεζες κλέβουν την παράσταση, δεν είναι οι μόνοι παίκτες εκτός ΗΠΑ που έχουν σημασία. Κάθε άλλο: τα hedge funds θα μπορούσαν να αποδειχθούν ακόμη πιο σημαντικά αν ο πόλεμος με το Ιράν συνεχιστεί επί μακρόν -ιδιαίτερα εκείνα που έχουν έδρα στα Νησιά Κέιμαν.
Μια εντυπωσιακή έρευνα της Federal Reserve της Νέας Υόρκης εξηγεί το γιατί. Ξεκινά επισημαίνοντας ότι, από το 2018, τα hedge funds με υψηλή μόχλευση έχουν αυξήσει κατακόρυφα τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικά ομόλογα.
Αυτό αντανακλά μια έκρηξη των λεγόμενων basis trades (όπου τα κεφάλαια εκμεταλλεύονται τη διαφορά τιμής μεταξύ των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και των τιμών τοις μετρητοίς). Όμως η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) αναφέρει ότι και οι συναλλαγές «swap» των hedge funds (μεταξύ ομολόγων και άλλων τίτλων) έχουν επίσης εκτοξευθεί πρόσφατα.
Έτσι, μέχρι τα τέλη του 2025, τα hedge funds κατείχαν θέσεις long σε ομόλογα ύψους 2,4 τρισ. δολαρίων και θέσεις short 1,6 τρισ. δολαρίων -σχεδόν τριπλάσιο επίπεδο σε σχέση με τρία χρόνια νωρίτερα, σύμφωνα με το Office for Financial Reporting.
Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με άλλους επενδυτές εκτός ΗΠΑ, όπως η κινεζική κυβέρνηση, η οποία έχει επιβραδύνει τις αγορές treasuries τόσο αισθητά, ώστε οι ξένοι κατέχουν πλέον λιγότερο από το 30% του συνόλου των Treasuries, από 46% που ήταν το 2008.
Αυτό που είναι ακόμα πιο αξιοσημείωτο όμως, είναι η αδιαφάνεια αυτών των διασυνοριακών ροών από τα hedge funds. Τα επίσημα στοιχεία του TIC υποδηλώνουν ότι είναι αρκετά συγκρατημένες. Ωστόσο, οι οικονομολόγοι της Fed θεωρούν ότι τα στοιχεία του TIC υποτιμούν αυτές τις ροές κατά το εξωφρενικό ποσό των 1,4 τρισ. δολαρίων.
Ως εκ τούτου, «τα Νησιά Κέιμαν είναι [πλέον] στην πραγματικότητα ο μεγαλύτερος ξένος κάτοχος αμερικανικών κρατικών ομολόγων -κατέχοντας σημαντικά περισσότερα από την Κίνα, την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο», υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι της Fed.
Πράγματι, μεταξύ του 2022 και του 2024, τα hedge funds «απορρόφησαν το 37% της καθαρής έκδοσης γραμματίων και ομολόγων», αναφέρουν οι ίδιοι, σημειώνοντας ότι αυτό ήταν «σχεδόν το ίδιο ποσό με όλους τους άλλους ξένους επενδυτές μαζί». (τα πλάγια γράμματα από το πρωτότυπο).
Και αυτό δεν επηρεάζει μόνο τα Treasuries. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας αποκάλυψε επίσης πρόσφατα μια εκρηκτική αύξηση στις αγορές ιαπωνικών κρατικών ομολόγων από hedge funds. Παραδόξως, αυτό συγκέντρωσε ελάχιστη προσοχή.
Είναι αυτό κακό; Ορισμένοι διαχειριστές hedge funds, όπως ο Ken Griffin της Citadel, υποστηρίζουν πως όχι. Και παρ’ όλο που η θέση του εξυπηρετεί ίδια συμφέροντα, έχει ένα δίκιο. Η ζήτηση των hedge funds για Treasuries, για παράδειγμα, έχει στο παρελθόν αμβλύνει τον αντίκτυπο των πωλήσεων ομολόγων από τη Fed όταν εκείνη εγκατέλειψε την ποσοτική χαλάρωση.
Έχει επίσης προσφέρει ευπρόσδεκτη ρευστότητα σε μια εποχή που οι μεγάλες τράπεζες έχουν περιορίσει τις παραδοσιακές τους market-making δραστηριότητες. Και το ωραίο με τις συναλλαγές των hedge funds είναι ότι αυτές οι αγορές καθοδηγούνται καθαρά από χρηματοοικονομικούς υπολογισμούς και όχι από πολιτικές προκαταλήψεις -σε αντίθεση με ορισμένες κυβερνήσεις.
Αλλά εκεί ακριβώς έγκειται και ο μεγάλος κίνδυνος: Αν τα οικονομικά ή χρηματοπιστωτικά θεμελιώδη μεγέθη αλλάξουν ξαφνικά με τρόπο που να καθιστά αυτές τις συναλλαγές λιγότερο ελκυστικές –ας πούμε, μέσω υψηλότερων επιτοκίων- πολλά κεφάλαια μπορεί να σπεύσουν ταυτόχρονα προς την έξοδο, δημιουργώντας δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Αυτό συνέβη τον Μάρτιο του 2020, μετά το ξέσπασμα της Covid. Το ίδιο συνέβη και τον Απρίλιο του 2025, με τους δασμούς της λεγόμενης «ημέρας απελευθέρωσης».
Θα μπορούσε να συμβεί ξανά με τον πόλεμο στο Ιράν; Ελπίζουμε πως όχι. Ο Scott Bessent, ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, είναι αποφασισμένος να διατηρήσει την ηρεμία στις αγορές -και μέχρι στιγμής το έχει επιτύχει σε εντυπωσιακό βαθμό, χρησιμοποιώντας πολυάριθμα τεχνάσματα.
Και ενώ φαίνεται ότι ορισμένες υπερκορεσμένες συναλλαγές των hedge funds «εκκαθαρίστηκαν» στην αρχή του πολέμου με το Ιράν, αυτό (ευτυχώς) δεν έχει επιταχυνθεί. Εν τω μεταξύ, οι μακροπρόθεσμοι κάτοχοι περιουσιακών στοιχείων -όπως οι ασφαλιστικές εταιρείες- δεν δείχνουν σημαντική επιθυμία εξόδου.
Θα συνεχιστεί όμως αυτή η σχετική ηρεμία εάν ο πόλεμος στο Ιράν παραταθεί, αυξάνοντας τους κινδύνους πληθωρισμού ή (ο μη γένοιτο) δημιουργώντας περισσότερα γεωπολιτικά σοκ; Δεν το γνωρίζουμε.
Το μόνο που είναι απόλυτα ξεκάθαρο είναι ότι ο Bessent πρέπει να μετακυλίσει πάνω από το 33% του αμερικανικού χρέους το επόμενο έτος, ποσό που ισοδυναμεί με πωλήσεις ομολόγων ύψους 10 τρισ. δολαρίων.
Επομένως, οι επενδυτές που παρακολουθούν το Ιράν θα πρέπει να παρακολουθούν και τα Νησιά Κέιμαν -και να προσεύχονται τα ταχυδακτυλουργικά του Bessent να συνεχίσουν να αποδίδουν.