Έχουμε γράψει επανειλημμένως ότι τα τελευταία δύο και πλέον χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει καταφέρει να λάβει ομόφωνες αποφάσεις για καμία από τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Ή και αν λάβει τις αποφάσεις, δεν τις υλοποιεί.
Εάν κάποιος εξετάσει τα προβλήματα ένα-ένα θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας είναι ο παρονομαστής για το «φρένο» της Ένωσης: η έλλειψη κονδυλίων.
Δεν είναι μόνο οι διαφωνίες εντός του μπλοκ για τον χειρισμό και τις αποφάσεις όσον αφορά στο ουκρανικό και τη στρατηγική κατά της Ρωσίας. Είναι και η σχεδόν αποκοπή από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η καθυστέρηση στον χειρισμό της επιβολής δασμών, η ακανόνιστη πολιτική προς την Κίνα, η αδυναμία κοινής γραμμής για την δημοσιονομική προσαρμογή, το προσφυγικό και η άμυνα.
Για όλα αυτά τα ακανθώδη προβλήματα, η Ε.Ε. υιοθέτησε εντυπωσιακή ρητορική, επί της ουσίας, όμως, δεν εφάρμοσε σχεδόν τίποτα σπουδαίο, πλην της υιοθέτησης του προγράμματος SAFE για την άμυνα.
To 2026 λοιπόν θα είναι η χρονιά που θα δοκιμαστεί η ευρωπαϊκή συνοχή και θα πέσουν οι μάσκες. Λίγο πριν οι Βρυξέλλες κατεβάσουν ρολά για τα Χριστούγεννα, ανώτατος παράγοντας της Κομισιόν, σχολίασε σε δημοσιογραφικό πηγαδάκι ότι «το 2026 είναι χρονιά εφαρμογής και όχι εξαγγελιών».
«Είμαστε σε τροχιά είτε σύγκρουσης, είτε ισχυροποίησης», πρόσθεσε ο αξιωματούχος, απαντώντας σε δημοσιογραφικό σχόλιο ότι η χαμηλή ανάπτυξη δεν αφήνει στην Ε.Ε. πολλά περιθώρια για ελιγμούς και τολμηρές πρωτοβουλίες.
Το πρώτο και κυριότερο είναι ότι η Ε.Ε. δεν διαθέτει άλλα κονδύλια για να στηρίξει την Ουκρανία. Παρόλα αυτά, υπό τις ασφυκτικές πιέσεις του Λευκού Οίκου, δεσμεύθηκε ότι θα παραχωρήσει εκ νέου κονδύλια που θα βγουν από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια της Ουκρανίας. Μένει να δούμε από πού θα κοπούν, σε μια συγκυρία που μειώνονται οι κοινωνικές παροχές και οι αγρότες σε πολλές χώρες έχουν βγει στους δρόμους αρνούμενοι τις περικοπές κονδυλίων που αφορούν στην αγροτική πολιτική.
Επίσης, η ανικανότητα των ηγετών της Ε.Ε. να πετύχουν σε ομόφωνες αποφάσεις στις Συνόδους Κορυφής «πέταξε έξω» την Ένωση από τα κέντρα αποφάσεων σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν τον πρώτο λόγο. Τόσο η περιβόητη, πλέον, βίβλος του Μάριο Ντράγκι όσο και αρκετοί μετριοπαθείς ηγέτες, έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου ότι οι εσωτερικές πολιτικές αποκλίσεις της Ε.Ε., η επιλογή πολλών κρατών να ακολουθούν τα εθνικά τους συμφέροντα και να τα βάζουν πάνω από το ευρωπαϊκό σύνολο, ενδέχεται να πιέσει την ΕΕ σε σημείο που να «σπάσει» σε πιο μικρά κομμάτια. Μια τέτοια πρόβλεψη κάνουν ανοικτά πλέον συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η ασφάλεια
Σύμφωνα με τον ευρωπαίο αξιωματούχο, η ασφάλεια θα παραμείνει και το 2026 στην κορυφή της ατζέντας. Πριν το πόλεμο στην Ουκρανία, όταν η Ε.Ε. μιλούσε για ασφάλεια εννοούσε κυρίως το πρόβλημα των μαζικών προσφυγικών ροών, της περίφραξης και επίβλεψης των εξωτερικών συνόρων της και την ψηφιοποίηση-ενοποίηση των συστημάτων της.
Μετά την εισβολή, το πλάνο άλλαξε και το χαρτοφυλάκιο μετονομάστηκε σε άμυνα και ασφάλεια. Δημιουργήθηκαν τα προγράμματα SAFE (έρχεται και δεύτερο) αυξήθηκαν οι αμυντικές δαπάνες (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) και πάρθηκε απόφαση αυτές να μην προσμετρούνται στο δημόσιο χρέος.
Το ουκρανικό όμως, συνεχίζει να απορροφά όχι μόνο οικονομικούς πόρους που τους χρειάζεται η Ε.Ε. εάν θέλει να ξαναγίνει ανταγωνιστική, αλλά και πολιτικό κεφάλαιο που έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της ακροδεξιάς σε αρκετές χώρες.
Στη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου υπήρξαν αρκετές φωνές υπέρ μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής στρατηγικής που θα ενισχυθεί με την ευρωπαϊκή άμυνα και θα έχει de facto μια θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ισοδύναμη με αυτή των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια δεν θα εξαρτάται από εάν ο εκάστοτε Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί την Ε.Ε. ως σύμμαχο ή όχι.
Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι διάλυση του λεγόμενου γαλλογερμανικού άξονα που κυβερνούσε ουσιαστικά την Ευρώπη για δεκαετίες, «κόστισε» στη συνοχή της Ε.Ε.
Η έκθεση Ντράγκι
Ένα από τα μεγάλα «μείον» του 2025 για την Ε.Ε. ήταν το γεγονός ότι διαφάνηκε η απροθυμία να πληρώσουν οι χώρες-μέλη το πολιτικό κόστος ώστε να υιοθετηθεί η έκθεση Ντράγκι. Μια έκθεση για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης που η ίδια η Ε.Ε. ζήτησε να γραφτεί. Σκοντάφτει και πάλι στην υλοποίηση καθώς η έκθεση προϋποθέτει ριζικές και βαθιές τομές.
Ο Μάριο Ντράγκι, παρά το γεγονός ότι αποσύρθηκε από την πολιτική σκηνή της Ιταλίας, παραμένει ένας από τους ισχυρότερους αξιωματούχους παγκοσμίως. Οι αγορές τον ακούν και κινούνται ανάλογα. Γι’ αυτό όταν δηλώνει σε ομιλίες του ότι η Ε.Ε. έχει φθάσει στα όρια της δημοσιονομικής της αντοχής και πρέπει να «σπάσει αυγά» για να γυρίσει σε σταθερή ανάπτυξη, αυτές τον ακούν.
Η Κομισιόν, για παράδειγμα προέβλεψε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας της Ε.Ε. παραμένει υποτονικός γύρω στο 1%-1,4% κάτι που αποκαλύπτει το βαθύ, διαρθρωτικό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας.
Και σε αυτό τον τομέα η Ε.Ε. καλείται φέτος να συγκρουστεί με τον εαυτό της. Αρχικά το 2025 θα ήταν το έτος επιστροφής στην δημοσιονομική προσαρμογή και των δημοσιονομικών κανόνων. Χρονικά όμως η απόφαση αυτή συνέπεσε με την ανάγκη για αυξημένες αμυντικές δαπάνες, κονδύλια στήριξης τρίτων χωρών που συνορεύουν με την Ρωσία, κονδύλια για την πράσινη ανάπτυξη (που δεν δόθηκαν), κονδύλια για το Μεταναστευτικό και κονδύλια για κοινωνική στήριξη.
Η φράση «από πού θέλετε να κόψουμε» ακούγεται από την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν σε κάθε Σύνοδο Κορυφής που επικρατεί σύγχυση και πολυφωνία για τα κονδύλια ανάμεσα στους ηγέτες. Γιατί όπως φαίνεται υπάρχει σχετική ομοφωνία για περικοπές όμως κανείς δεν λέει από πού και κανείς δεν κάνει το πρώτο βήμα.
Αυτοί που δεν θέλουν μεγάλες περικοπές είναι οι ηγέτες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που όμως παρουσιάζουν επιδείνωση των δημοσιονομικών τους μεγεθών. Παρόλα αυτά, το επιχείρημα που παραθέτουν είναι το εάν οι υφιστάμενοι κανόνες ανταποκρίνονται στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες. Αποτέλεσμα; Άλλη μια περίπτωση που η Ε.Ε. κλωτσάει το μπαλάκι των αποφάσεων λίγο πάρα κάτω.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα η Ε.Ε. καλείται να πάρει σοβαρές αποφάσεις και να ισορροπήσει στις λεπτές γραμμές της νέας τάξης πραγμάτων όσον αφορά στον λεγόμενο εμπορικό πόλεμο. Να ισορροπήσει δηλαδή μεταξύ προστατευτισμού και ανοικτών αγορών.
Ήδη έχουμε γράψει για το σχέδιο που καταρτίζει ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν για τις κινεζικές online πλατφόρμες Temu, Shein, Aliexpress και Alibaba, ούτως ώστε να μειώσουν την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η παρούσα γραμμή που συμφωνήθηκε μεταξύ των Ηγετών της Ε.Ε. είναι να μειωθεί η εξάρτηση από την Κίνα χωρίς όμως να υπάρξει πλήρης ρήξη. Παράλληλα οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις προετοιμάζονται για μεγαλύτερο αντίκτυπο από τους αμερικανικούς δασμούς.
Αξιωματούχος των Βρυξελλών ανέφερε στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων ότι «το 2026 θα είναι έτος λεπτών ισορροπιών, καθώς η Ε.Ε. θα πρέπει από την μία να προστατεύσει κρίσιμους βιομηχανικούς τομείς ώστε να επιβιώσει πολιτικά χωρίς όμως να κατηγορηθεί για προστατευτισμό».
Άλλη μία μεγάλη πρόκληση για το 2026, είναι η Ε.Ε. να καταφέρει να υιοθετήσει τους κανόνες που αποφάσισε για πραγματική τεχνολογική αυτάρκεια.
Και σε αυτό τον τομέα διαφαίνεται η απόσταση που υπάρχει μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει ψηφιακή κυριαρχία ενώ η Ευρώπη αισθάνεται ανασφαλής για την εξάρτηση της από αμερικανικές πλατφόρμες και υποδομές. Τέτοια εξάρτηση θεωρείται πλέον πολιτικό ρίσκο ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην κυβερνοασφάλεια και την Τεχνίτη Νοημοσύνη. Το 2025 η Ε.Ε. προέβη όντως σε πρωτοποριακές ρυθμίσεις όμως αυτές έμειναν στα χαρτιά ελλείψει επενδύσεων.
Μετά το ουκρανικό, ίσως το μεγαλύτερο (και σε διάρκεια και σε κονδύλια) είναι το μεταναστευτικό πρόβλημα. Σε κάθε γεωπολιτική ανάφλεξη στην ευρύτερη περιοχή, οι προσφυγικές ροές αυξάνονται δραματικά και τεστάρουν την Συνοχή της ΕΕ ενώ προκαλούνται πολιτικές ρωγμές στις χώρες που επηρεάζονται περισσότερο.
Η εφαρμογή του νέου Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο 2026, αναμένεται να αναζωπυρώσει τις πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ κρατών και να τεστάρει για άλλη μια φορά τη Συνοχή της Ένωσης. Όπως σημειώνει Ευρωπαίος αξιωματούχος στο Reuters «η πραγματική μάχη δεν είναι θεσμική αλλά πολιτική. Είναι το ποιος πείθει τους πολίτες ότι η Ευρώπη λειτουργεί».