Ενέργεια: Πού κολλά η εφαρμογή της γενικής ρήτρας διαφυγής

Ο πόλεμος πλήττει την εύθραυστη ευρωπαϊκή ανάκαμψη με άνοδο πληθωρισμού και επιβράδυνση ανάπτυξης. Οι διαφορετικές γραμμές εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη διαχείριση της κρίσης.

Δημοσιεύθηκε: 6 Απριλίου 2026 - 19:01

Load more

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον μια γεωπολιτική εξέλιξη στην «περιφέρεια» της ευρωπαϊκής οικονομίας. Έχει ήδη αρχίσει να διαπερνά τις αγορές ενέργειας, τις τιμές, τις προβλέψεις ανάπτυξης και τους σχεδιασμούς νομισματικής πολιτικής, αναγκάζοντας τους ευρωπαίους αξιωματούχους να επανεκτιμήσουν μια ανάκαμψη που μέχρι πρόσφατα έδειχνε ανθεκτική.

Και ενώ όπως έχει γράψει το Εuro2day.gr, οι ηγέτες της ΕΕ δεν συμφώνησαν, κυρίως οι Βόρειοι, να επαενεργοποίσουν την γενική ρήτρα διαφυγής, το αδιέξοδο του πολέμου την επανέφερε στο προσκήνιο του Eurogroup την Παρασκευής από τις χώρες του Νότου.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κυριάκος Πιερρακάκης μιλά ουσιαστικά στο Eurogroup δυο φορές και έχει διττό ρόλο. Μια ως πρόεδρος που είναι υποχρεωμένος να ανακοινώσει την όποια κοινή γραμμή ή την ασυμφωνία των χωρών, όπως και έπραξε την περασμένη Παρασκευή, αλλά και ως υπουργός οικονομικών της Ελλάδας, μιας χώρας που ζητά την γενική ρήτρα διαφυγής μαζί με τα κονδύλια για την άμυνα.

Η Κομισιόν προς το παρόν λέει όχι.

Η ενημερωτική σημείωση της προς το Eurogroup γράφτηκε με αυστηρά λόγια χωρίς να αφήνει πολλά περιθώρια χαλάρωσης της πολιτικής απέναντι στη νέα έξαρση των τιμών ενέργειας. Παρά την αναγνώριση των αυξημένων κινδύνων για την ευρωπαϊκή οικονομία, η Επιτροπή απορρίπτει ρητά την ενεργοποίηση της Γενικής Ρήτρας Διαφυγής (General Escape Clause – GEC), υπογραμμίζοντας την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Κεντρικό επιχείρημα της Επιτροπής είναι ότι η παροχή πρόσθετης δημοσιονομικής ευελιξίας για ενεργειακά μέτρα:

Σαφέστατα, τα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν ήδη επιβαρυνθεί από άλλες προτεραιότητες, όπως η αύξηση των αμυντικών δαπανών και το υψηλότερο κόστος δανεισμού. Η εμπειρία της περιόδου 2022–2023 έδειξε ότι τα γενικευμένα μέτρα στήριξης είχαν υψηλό δημοσιονομικό κόστος (2,2% του ΑΕΠ σωρευτικά) και περιορισμένη αποτελεσματικότητα, καθώς μόλις το 25% κατευθύνθηκε σε ευάλωτες ομάδες.

Όμως κλείσαμε πάνω από ένα μήνα πολέμου στην Μέση Ανατολή χωρίς να γνωρίζουμε τα πιθανά σενάρια εξόδου από την κρίση και το άνοιγμα στα στενά του Ορμούζ. Οι αναφορές του Αμερικανού προέδρου είναι αλλοπρόσαλλες, μπερδεύουν τις αγορές και Βρετανία, ΕΕ και ΝΑΤΟ αρνούνται να εμπλακούν.

Όχι μόνον αυτό αλλά αρκετές αραβικές χώρες ζητούν την αποχώρηση των Αμερικανών στρατευμάτων από τα εδάφη τους. Ομοίως και η Κύπρος που ζητεί αναδιαμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας των Βρετανικών βάσεων, όπως ανακοίνωσε ο ίδιος ο πρόεδρος της Κύπρου Ν. Χριστοδουλίδης. 

Επίσης, μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, το βασικό σενάριο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προέβλεπε μια σταθερή —αν και όχι εντυπωσιακή— παγκόσμια ανάπτυξη. Στην τελευταία του επικαιροποίηση, πριν από λίγες μέρες, το Ταμείο εκτιμούσε ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό περίπου 3,3% το 2026, στηριζόμενη στη χαλάρωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.

Ωστόσο, το σενάριο αυτό βασιζόταν ρητά στην υπόθεση ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα παραμείνουν υπό έλεγχο — μια υπόθεση που πλέον δεν ισχύει.

Ο μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης ήταν άμεσος και γνώριμος και επικεντρώνεται σε έναν και μόνο τομέα: την ενέργεια. Οι διαταραχές σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και οι φόβοι για περιορισμό της προσφοράς εκτόξευσαν τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με την Ευρώπη -λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές- να δέχεται δυσανάλογο πλήγμα.

Η αύξηση αυτή έχει ήδη μεταφραστεί σε υψηλότερο κόστος παραγωγής για τη βιομηχανία, αυξημένα κόστη μεταφορών και νέα πίεση στα νοικοκυριά. Στην πράξη, η ευρωπαϊκή οικονομία βιώνει εκ νέου τη δυναμική της ενεργειακής κρίσης του 2022, χωρίς να έχει προλάβει να ανακάμψει πλήρως από εκείνη.

 

Αυτό που περιπλέκει την εικόνα είναι ότι ο πληθωρισμός (σ.σ. στο 2,5% τον Μάρτιο στην ευρωζώνη) αυξάνεται την ίδια στιγμή που η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Πρόκειται για τον κλασικό συνδυασμό στασιμοπληθωρισμού, που οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι ήλπιζαν να αποφύγουν. Οι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη αρχίζουν να υποχωρούν, ενώ διεθνείς οργανισμοί αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη. Ο ΟΟΣΑ ήδη κάνει λόγο για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, με την ευρωζώνη να εμφανίζεται πιο αδύναμη σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Για την Ευρώπη, οι αριθμοί γίνονται ολοένα πιο ανησυχητικοί. Οι προβλέψεις για το 2026 κινούνται πλέον κοντά στο 0,8%, από περίπου 1,2% που εκτιμάτο λίγους μήνες πριν. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, αναμένεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 0,6%, αντανακλώντας τόσο την έκθεσή της στο ενεργειακό κόστος όσο και τη γενικότερη διεθνή αβεβαιότητα. Δεν πρόκειται για ύφεση, αλλά για σαφή απώλεια δυναμικής σε μια οικονομία που ήδη δυσκολευόταν να επιταχύνει.

Οι αγορές έχουν ήδη αντιδράσει. Οι ευρωπαϊκοί χρηματιστηριακοί δείκτες δέχονται πιέσεις, οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται λόγω φόβων για πληθωρισμό και το ευρώ υποχωρεί έναντι του δολαρίου — ένα κλασικό περιβάλλον “risk-off”.

Οι επενδυτές προεξοφλούν πλέον ένα σενάριο όπου ο πληθωρισμός αποδεικνύεται πιο επίμονος και οι κεντρικές τράπεζες αναγκάζονται να διατηρήσουν πιο σφιχτή νομισματική πολιτική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ακόμη και με ασθενέστερη ανάπτυξη.

Αυτό ακριβώς είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΚΤ. Μέχρι πρόσφατα, η συζήτηση επικεντρωνόταν στο πότε και με ποιο ρυθμό θα μπορούσαν να μειωθούν τα επιτόκια. Ο πόλεμος επαναφέρει το αντίθετο ερώτημα: αν θα απαιτηθεί νέα σύσφιξη, σε περίπτωση που ο πληθωρισμός επεκταθεί πέραν της ενέργειας.

Οι απόψεις στο εσωτερικό της τράπεζας διίστανται, όμως η αλλαγή τόνου είναι σαφής. Οι αγορές πλέον εξετάζουν το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων μέσα στο 2026 -ένα σενάριο που πριν λίγες εβδομάδες φαινόταν απίθανο.

Πέρα από τη νομισματική πολιτική, ο πόλεμος επηρεάζει και τη δημοσιονομική στρατηγική της ΕΕ. Οι κυβερνήσεις δέχονται εκ νέου πιέσεις να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος, την ώρα που επιχειρούν να επιστρέψουν σε δημοσιονομική πειθαρχία.

Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει τη γνώριμη αντιπαράθεση μεταξύ Βορρά και Νότου. Χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία επιμένουν σε αυστηρά προσωρινά και στοχευμένα μέτρα, αποφεύγοντας μια νέα περίοδο εκτεταμένης δημοσιονομικής χαλάρωσης. Αντίθετα, ο Νότος προειδοποιεί ότι χωρίς ουσιαστική στήριξη, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος ενός νέου ενεργειακού σοκ θα είναι ιδιαίτερα βαρύ. Η ισορροπία παραμένει εύθραυστη -και εξαρτάται άμεσα από την εξέλιξη της κρίσης.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το ΔΝΤ προειδοποιεί πλέον πιο ανοιχτά ότι η οικονομική επίπτωση του πολέμου θα εξαρτηθεί από τη διάρκειά του και την έντασή του. Ένα περιορισμένο επεισόδιο θα αφήσει την παγκόσμια οικονομία τραυματισμένη αλλά λειτουργική. Μια παρατεταμένη κρίση, ειδικά αν επηρεάσει υποδομές ενέργειας ή εμπορικές οδούς, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη επιβράδυνση με παγκόσμιες επιπτώσεις.

Το αποτέλεσμα είναι μια σαφής μετατόπιση του αφηγήματος στις Βρυξέλλες και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η ευρωπαϊκή οικονομία θα διατηρήσει την ανάκαμψή της, αλλά πόσο από αυτήν θα χαθεί -και πόσο γρήγορα οι θεσμοί θα προσαρμοστούν.

Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αλλάξει την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας. Όχι με ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά μέσω μιας συσσωρευτικής πίεσης που διαχέεται σε ενέργεια, πληθωρισμό, ανάπτυξη και πολιτική. Η ανάκαμψη δεν έχει τερματιστεί. Αλλά δεν είναι πλέον δεδομένη.

Το επόμενο «μπρα-ντε-φερ» θα διαδραματιστεί σε 2 εβδομάδες στη Ουάσιγκτον και στην εαρινή συνεδρίαση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας καθώς η Δύση φοβάται ότι το παιχνίδι του πολέμου θα μεταφερθεί αργά ή γρήγορα στις δυτικές πρωτεύουσες και δη στις ΗΠΑ με τρομοκρατικές ενέργειες.

Όπως, μαθαίνουμε ο Τραμπ θέλει να τερματίσει μέχρι τότε τον πόλεμο. Τον ενδιαφέρει μόνο η οικονομία των ΗΠΑ, οι αγορές και οι... δημοσκοπήσεις.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων