Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Υπάρχουν ορισμένες αλήθειες που γίνονται δύσκολο να αγνοηθούν όταν αρχίζουν να επαναλαμβάνονται από όλους.
Μας το είπε πρόσφατα η Κομισιόν. Μας το λέει κατά καιρούς ο ΟΟΣΑ. Μας το επιβεβαιώνει τώρα και το ΙΟΒΕ. Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η ευημερία εξακολουθεί να μην φτάνει με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Διαφορετικοί οικονομικοί οργανισμοί και θεσμοί. Διαφορετικές αφετηρίες. Διαφορετικές μεθοδολογίες. Το ίδιο συμπέρασμα.
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται. Η ελληνική κοινωνία δυσκολεύεται να ακολουθήσει.
Αν κάποιος παρακολουθεί μόνο τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, θα μπορούσε να πιστέψει ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε τροχιά πλήρους σύγκλισης με την Ευρώπη. Οι ρυθμοί ανάπτυξης υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανεργία έχει υποχωρήσει. Οι επενδύσεις αυξάνονται. Το δημόσιο χρέος μειώνεται. Οι οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίζουν την οικονομία.
Όλα σωστά. Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα. Οι πολίτες δεν ζουν μέσα στους μακροοικονομικούς δείκτες. Ζουν μέσα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς τους. Και εκεί η εικόνα είναι πολύ λιγότερο θριαμβευτική.
Η Ελλάδα παραμένει τελευταία στον ΟΟΣΑ ως προς την αποταμίευση των νοικοκυριών. Επτά στους δέκα Έλληνες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Το κατά κεφαλήν εισόδημα εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα ενοίκια και οι τιμές κατοικιών αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα. Οι νέοι αδυνατούν ολοένα και περισσότερο να αποκτήσουν δική τους κατοικία και η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτά δεν τα λέει η αντιπολίτευση. Τα λέει η ίδια η Κομισιόν.
Στην έκθεσή της δεν αμφισβητεί την πρόοδο που έχει συντελεστεί. Υπογραμμίζει όμως ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλές περιφερειακές ανισότητες, στεγαστική κρίση, δημογραφικό πρόβλημα, υστέρηση στην καινοτομία και αδυναμία μετατροπής της ανάπτυξης σε ταχύτερη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Το ΙΟΒΕ πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Εξηγεί γιατί οι πολίτες αισθάνονται ότι οι ανισότητες αυξάνονται ακόμη και όταν οι σχετικοί δείκτες εμφανίζονται βελτιωμένοι. Διότι η ζωή δεν μετριέται μόνο με τον δείκτη Gini (δείκτης μέτρησης ανισοτήτων). Μετριέται από το αν μπορείς να νοικιάσεις σπίτι. Από το αν μπορείς να πληρώσεις τον λογαριασμό του ρεύματος. Από το αν χρειάζεται να βάλεις βαθιά το χέρι στην τσέπη για να έχεις αξιοπρεπή πρόσβαση στην υγεία. Από το αν το παιδί σου έχει πραγματικά ίσες ευκαιρίες με τα υπόλοιπα παιδιά. Από το αν στο τέλος του μήνα περισσεύει κάτι ή αν απλώς επιβιώνεις μέχρι τον επόμενο μισθό.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική συζήτηση που η χώρα αποφεύγει συστηματικά. Διότι η ανάπτυξη δεν είναι αυτοσκοπός. Η ανάπτυξη είναι εργαλείο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο μεγαλώνει η οικονομία. Είναι ποιος ωφελείται από αυτήν.
Όταν το 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει δυσανάλογο μέρος των νέων αποταμιεύσεων. Όταν οι περιουσιακές αξίες αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τους μισθούς. Όταν η πρόσβαση στην κατοικία εξαρτάται ολοένα περισσότερο από γονικές παροχές και κληρονομιές. Όταν η νέα γενιά βλέπει τη ζωή της να γίνεται ακριβότερη χωρίς να γίνεται αντίστοιχα πιο ευημερούσα. Τότε το πρόβλημα παύει να είναι λογιστικό. Γίνεται κοινωνικό. Και αργότερα γίνεται πολιτικό, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την δημοσκοπική εικόνα του κυβερνώντος κόμματος, αν και αυτό δεν είναι της “παρούσης”
Η Ελλάδα πράγματι έχει αφήσει πίσω της την εποχή των μνημονίων. Δεν έχει αφήσει πίσω της όμως την εποχή των ανισοτήτων. Αντιθέτως, φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η βασική πρόκληση δεν είναι πλέον η δημοσιονομική επιβίωση της αλλά η κοινωνική συνοχή της.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι οι πανηγυρισμοί. Δεν μπορεί να είναι η αυτάρεσκη επίκληση των αριθμών. Δεν μπορεί να είναι η διαρκής ανακύκλωση των ίδιων δεικτών.
Όταν διαφορετικοί οικονομικοί οργανισμοί και θεσμοί επισημαίνουν το ίδιο πρόβλημα, η συζήτηση οφείλει να μετακινηθεί από το εάν υπάρχει πρόβλημα στο πώς θα αντιμετωπιστεί. Διότι οι δείκτες μπορεί να ευημερούν. Οι κοινωνίες όμως δεν κρίνονται από τους δείκτες τους. Κρίνονται από το εάν οι πολίτες τους αισθάνονται ότι προοδεύουν μαζί με αυτούς.
Και αυτό, σήμερα, παραμένει το μεγάλο ζητούμενο για την Ελλάδα.