Ίσως ήταν απλώς ένα γλωσσικό ολίσθημα. Νωρίτερα φέτος, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προειδοποίησε πως η Ευρώπη κινδυνεύει να πέσει στην επιρροή της Ρωσίας, της Κίνας και της Τουρκίας. Αυτό, όπως είπε, θα μας έκανε τη ζωή «δύσκολη».Ήταν μια τρομερή γκάφα. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μόλις τσουβάλιασε μαζί έναν βασικό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και μακροχρόνιο υποψήφιο προς ένταξη στην ΕΕ, με δυο από τους μεγαλύτερους αντιπάλους της Ευρώπης.
Λίγες ημέρες αργότερα, μετά την άτσαλη ανάκληση των σχολίων αυτών από την υπηρεσία Τύπου της Κομισιόν, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανταπάντησε: «η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία περισσότερο απ’ όσο η Τουρκία χρειάζεται την Ευρώπη».
Ο αυξανόμενος αυταρχισμός του Ερντογάν από καιρό έχει καταστήσει την Τουρκία έναν δύσκολο και απρόβλεπτο σύμμαχο. Σήμερα, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή και οι ανησυχίες πως οι ΗΠΑ μπορεί να αποσύρουν την ομπρέλα ασφαλείας τους από την Ευρώπη, οδηγούν αναγκαστικά σε μια βίαιη επανεκτίμηση. Η Τουρκία δεν θεωρείται πλέον απλά ένας αμήχανος σύμμαχος της Ευρώπης, αλλά είναι επίσης και ένας κρίσιμος στρατηγικός εταίρος.
Στο αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, η Τουρκία αναφέρεται ως «απαραίτητος εταίρος» που έρχεται δεύτερος μόνο μετά τις ΗΠΑ, ένας βράχος στη νοτιοανατολική πτέρυγα της συμμαχίας και μια μεγάλη ναυτική δύναμη στη Μαύρη Θάλασσα. Η αμυντική της βιομηχανία επίσης έχει το μέγεθος και την τεχνογνωσία που απαιτείται για τη μαζική παραγωγή των όπλων -όπως drones και κατευθυνόμενοι πύραυλοι- που χρειάζονται επειγόντως τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ.
Η Άγκυρα θέλει τώρα να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης την αυξανόμενη γεωπολιτική της βαρύτητα για να αποκτήσει στενότερους δεσμούς με την ΕΕ, έναν επίσημο ρόλο στην αναδυόμενη τάξη ασφάλειας της Ευρώπης και για συμφωνίες για εξοπλιστικά με την αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία.
Ενώ οι ευρωπαϊκοί στρατοί χρειάζονται τα τουρκικά βλήματα, drones και τις χερσαίες δυνάμεις, ο Ερντογάν θέλει καλύτερη πρόσβαση στην ΕΕ, αμυντικά συμβόλαια και, το κρισιμότερο, την τεχνολογία και τη χρηματοδότηση που τα συνοδεύουν.

Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες πιστεύουν πως οι επιθυμίες του θα πρέπει να εκπληρωθούν, ιδιαίτερα καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κινείται προς τη μείωση των Aμερικάνων στρατιωτών και τις περικοπές εξοπλισμού προς την Ευρώπη. Πάνω από το ήμισυ των ύψους 10 δισ. δολαρίων εξαγωγών πολεμικού υλικού της Τουρκίας κατευθύνθηκαν προς χώρες του ΝΑΤΟ πέρυσι.
«Πρέπει να ανοίξουμε το μυαλό μας για να κατανοήσουμε πως η Τουρκία πρέπει να είναι όσο πιο κοντά μας γίνεται, από άποψη ασφάλειας», δήλωσε τον Ιούνιο ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ. «Αν θέλουμε να δείξουμε δύναμη στον κόσμο, πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε μεγαλεπήβολα».
Οι «μεγαλεπήβολες σκέψεις» και οι μεγάλες δαπάνες θα διαμορφώσουν μεγάλο μέρος της συνόδου του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7 Ιουλίου. Η βασική «ατζέντα» θα περιλαμβάνει την προσπάθεια της Ευρώπης να διατηρήσει την δέσμευση του Τραμπ στη στρατιωτική συμμαχία των 32 μελών.
Παράλληλα με αυτό, όπως λένε αναλυτές και αξιωματούχοι, υπάρχει μια ατζέντα για το πόσο η Τουρκία και η αμυντική βιομηχανική της βάση μπορούν να ενσωματωθούν στην Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ θα αποτραβιούνται.
Το γεγονός και μόνο πως η Σύνοδος πραγματοποιείται στην Τουρκία δείχνει πόσο πολύ έχουν αλλάξει οι απόψεις των Ευρωπαίων. Πριν από μια δεκαετία ο Ερντογάν προσκάλεσε το ΝΑΤΟ να πραγματοποιήσει τη σύνοδο του 2018 στην Κωνσταντινούπολη, μια πρόταση που θεωρήθηκε ευρέως πως θα γινόταν αποδεκτή. Αλλά αυτά τα σχέδια εμποδίστηκαν από μια δωδεκάδα Ευρωπαίων συμμάχων λόγω ανησυχιών για τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας.
Μια εβδομάδα αργότερα, ο Ερντογάν ξεκίνησε μια ευρεία κάθαρση εναντίων δημοσίων υπαλλήλων και προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης, μετά από μια απόπειρα πραξικοπήματος. Λίγους μήνες μετά, η Τουρκία άνοιξε συζητήσεις με τη Ρωσία για την αγορά του συστήματος αεράμυνας S-400.
«Πολλές ευρωπαϊκές χώρες ένιωσαν δικαιωμένες από αυτό που συνέβη» είπε διπλωμάτης του ΝΑΤΟ που ήταν παρών στις συζητήσεις. «Απέφυγαν το εφιαλτικό σενάριο να πρέπει να αφαιρέσουν τη σύνοδο από τον Ερντογάν ενώ του την είχαν υποσχεθεί».
Ο 72χρονος αυταρχικός πρόεδρος της Τουρκίας επιτέλους κατάφερε να γίνει το δικό του. Η σύνοδος της επόμενης εβδομάδας θα πραγματοποιηθεί στο μεγαλομανές, χλιδάτο προεδρικό συγκρότημα 1.150 δωματίων Μπεστεπέ. Θα υπάρξουν δεσμεύσεις για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες από ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ –αυτό που θέλει να ακούσει ο Τραμπ- και σημαντικά συμβόλαια για τουρκικά όπλα, που ο Ερντογάν θέλει να υπογραφούν.
Οποιεσδήποτε ανησυχίες για την οικονομία και τη δημοκρατία της Τουρκίας που βρίσκονται υπό πίεση, θα μπουν κάτω από το κόκκινο χαλί, κρίνοντας από τις πρόσφατες συμπεριφορές.
Τον Μάιο, δικαστήριο της Άγκυρας καταδίκασε τον Οζγκούρ Οζέλ, ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης της χώρας –πρόκειται για την πιο πρόσφατη κίνηση σε μια δικαστική επίθεση που αντιμετωπίζουν οι βασικοί πολιτικοί αντίπαλοι του Ερντογάν, η οποία επιταχύνθηκε πέρυσι με τη σύλληψη του δημάρχου της Κωνσταντινούπολης και υποψήφιου για την προεδρία Εκρέμ Ιμάμογλου. Ωστόσο, οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν είπαν τίποτα.
Εν τούτοις, υπάρχει όριο στο πόσο θα μπορέσει η Τουρκία να προωθήσει την υπόθεσή της για στενότερους δεσμούς με την ΕΕ, σφιχτότερη ενσωμάτωση στον τομέα της ασφάλειας και για τη διεθνή νομιμότητα που παρέχεται μέσω αυτών.
Πολλοί από τους Ευρωπαίους συμμάχους της Τουρκίας έχουν βαθιές ανησυχίες για την κυβέρνηση Ερντογάν και για τη συμβατότητά της με τις δηλωμένες «αρχές της δημοκρατίας, της ατομικής ελευθερίας και του κράτους δικαίου» του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν γίνεται από κάποιου είδους αγχωμένη προσκόλληση σε δημοκρατικές αβρότητες, λένε αξιωματούχοι, διπλωμάτες και αναλυτές, αλλά οφείλεται σε στυγνή ιδιοτέλεια.
«Η δημοκρατία και η γεωστρατηγική σταθερότητα δεν είναι ξεχωριστά θέματα» λέει η Σερέν Σελβίν Κορκμάζ, συνδιευθύντρια του think-tank IstanPol. «Οι δημοκρατικοί θεσμοί διαμορφώνουν την αξιοπιστία της στρατηγικής ισχύος της Τουρκίας. Παρέχουν τη θεσμική υποδομή που επιτρέπει στις διεθνείς συμφωνίες να διαρκούν πέραν των μεμονωμένων ηγετών».
Πράγματι, οι τουρκικές αρχές υπενθύμισαν το ζήτημα εν όψει της συνόδου. Σε μια επιχείρηση «σκούπα» πριν τη σύνοδο, τέθηκαν υπό κράτηση περισσότεροι από 200 άνθρωποι ως ύποπτοι τρομοκράτες –συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 35 περιβαλλοντολόγων, ηλικίας κυρίως 60 και 70 ετών.
Ένας δυτικός αξιωματούχος περιγράφει ωμά το πρόβλημα. «Πότε και πώς περιορίζει ή αποδυναμώνει τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας η εσωτερική, οικονομική και πολιτική της ευπάθεια; Στο τέλος, αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα, αυτό που έχει σημασία».
Η αμυντική βιομηχανική επανάσταση της Τουρκίας
Διακόσια χιλιόμετρα δυτικά της Άγκυρας, σε μια τεράστια σύγχρονη εγκατάσταση κοντά σε έναν αρχαίο δρόμο γνωστό ως Περσική Βασιλική Οδός, βρίσκεται ένας από τους λόγους για τους οποίους το στρατιωτικό βιομηχανικό σύμπλεγμα της Τουρκίας έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη αξία. Η Arca Savunma, που παράγει πυρομαχικά για μικρά όπλα, βλήματα όλμων και βλήματα πυροβολικού, ενδέχεται να είναι η μεγαλύτερη τουρκική αμυντική εταιρεία που δεν έχει ακούσει ποτέ κανείς.
Η Arca, που ιδρύθηκε πριν από μόλις έξι χρόνια από τον Ισμαήλ Τερλεμέζ, πρώην αξιωματούχο προμηθειών του ΝΑΤΟ, έχει σημειώσει αλματώδη άνοδο. Η εταιρεία, που έχει πολύ καλές πολιτικές διασυνδέσεις, έγινε πέρυσι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας άμυνας της Τουρκίας, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu. Μεταξύ των μεγαλύτερων πρόσφατων συμβολαίων της είναι μια σειρά deals ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Σλοβακία, τη Βουλγαρία και την Εσθονία.
(σ.σ. Πέρυσι, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης απέσυρε τις κατηγορίες πως ο Τερλεμέζ δέχθηκε ωφελήματα αξίας άνω των 115.000 ευρώ, που συνδέονταν με μια σειρά συμβολαίων προμήθειας εκρηκτικών, ενόσω ήταν στο ΝΑΤΟ).
H Arca είναι εμβληματική αυτού που ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε έχει αποκαλέσει «αμυντική βιομηχανική επανάσταση» της Τουρκίας. Οι τουρκικές αμυντικές εταιρείες κινούνται γρήγορα και ανταποκρίνονται στη ζήτηση της αγοράς. Ο αμυντικός τομέας αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση ως πυλώνας εθνικής ταυτότητας.
Μια οποιαδήποτε δεδομένη ημέρα στην Άγκυρα, τεράστια billboards προβάλλουν βίντεο με πυραύλους που εκρήγνυνται, μαχητικά αεροσκάφη που απογειώνονται και πυρά πυροβολικού – συχνά συνοδευόμενα από μια φωτογραφία του Ερντογάν να φορά γυαλιά ηλίου πιλότου και με το σλόγκαν «μια Τουρκία εμπνέει εμπιστοσύνη στους φίλους και φόβο στους εχθρούς της».
Ο κλάδος δείχνει επίσης το πώς μια χώρα μπορεί να πετύχει έναν υψηλό βαθμό αυτάρκειας σε εξοπλισμούς με βάση τα πρότυπα του ΝΑΤΟ.
Η ώθηση ξεκίνησε μετά τον πόλεμο του 1974 στην Κύπρο, όταν το αμερικανικό εμπάργκο όπλων εξέθεσε την εξάρτηση της Τουρκίας από τους ξένους προμηθευτές. Στη συνέχεια επιταχύνθηκε υπό τον Ερντογάν, με κρατική υποστήριξη να διοχετεύεται σε πολιτικά συνδεδεμένους αμυντικούς πρωταθλητές, κάποιες φορές μέσω ενός ειδικού αμυντικού ταμείου εκτός προϋπολογισμού.
Οι δαπάνες του ταμείου κορυφώθηκαν το 2018 και έφτασαν σχεδόν μισή ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, όπως εκτιμούν οι αναλυτές, που ισοδυναμεί με περίπου 3 δισ. δολάρια. «Δρέπουμε τα οφέλη» της παρελθούσας αμυντικής μας κίνησης, λέει ένας ανώτατος αξιωματούχος, που προβλέπει πως οι αμυντικές εξαγωγές φέτος θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά περίπου 30% στα 13 δισ. δολάρια. «Η Ευρώπη έχει πολλά που μπορεί να μάθει από εμάς», προσθέτει χαμογελώντας ο αξιωματούχος.
Σήμερα, η Ευρώπη εμφανίζει παρόμοια ώθηση να ανοικοδομήσει την αμυντική της βιομηχανία και να εξασφαλίσει τις εφοδιαστικές της αλυσίδες. Τούρκοι αξιωματούχοι ισχυρίζονται πως πάνω από το 80% των αμυντικών εισροών της Τουρκίας σε όρους αξίας, προέρχονται από εγχώριες πηγές.
«Η Τουρκία έχει πολλή επιχειρηματικότητα, μηχανική τεχνογνωσία και βιομηχανική κλίμακα αντίστοιχη μόνο της Γερμανίας. Αλλά η Γερμανία είναι ακριβή», λέει ανώτατος αξιωματούχος άμυνας του ΝΑΤΟ. «Οι Τούρκοι εμφανίζονται επίσης στις συνεδριάσεις του ΝΑΤΟ με την καλύτερη προετοιμασία και θέτουν τα σκληρότερα ερωτήματα. Οπωσδήποτε τους θέλεις στο πλευρό σου».
Ωστόσο, το οπλοστάσιο της Τουρκίας από μόνο του δεν καθιστά τη χώρα αξιόπιστο σύμμαχο, και η αμυντική της βιομηχανία αντιμετωπίζει αρκετά εμπόδια που συμπυκνώνουν τις ευρύτερες επιφυλάξεις που έχουν πολλοί από τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ για τη χώρα.
Το πρώτο πρόβλημα, και επίσης το πιο συμβολικό, είναι ο αποκλεισμός από την αγορά. Ως μη μέλος της ΕΕ στο ευρωπαϊκό σκέλος του ΝΑΤΟ, η Άγκυρα έχει μπλοκαριστεί από ένα δανειακό πρόγραμμα των Βρυξελλών ύψους 150 δισ. ευρώ για εξοπλισμούς, το οποίο χρηματοδοτείται από τον κοινό προϋπολογισμό της ΕΕ και έχει σχεδιαστεί για την ενίσχυση της αμυντικής παραγωγής, της καινοτομίας και της διασυνοριακής συνεργασίας.
Η Τουρκία έχει βρει τρόπο να παρακάμψει το ζήτημα αυτό, αποφεύγοντας τελείως τις Βρυξέλλες και συνάπτοντας αντ’ αυτού διμερείς συμφωνίες.
Η Baykar, η κορυφαία παγκοσμίως εταιρεία κατασκευής drone με ΑΙ, της οποίας ηγείται ο γαμπρός του Ερντογάν, Σελτζούκ Μπαϊρακτάρ, έχει συνεταιριστεί με την ιταλική εταιρεία Leonardo σε μια κοινοπραξία που φέρνει πρόσβαση σε χρηματοδότηση της ΕΕ ως εταιρεία που λειτουργεί στην Ευρώπη. Η τουρκική εταιρεία κατασκευής πυρομαχικών Repkon έχει ομοίως υπογράψει την κατασκευή μονάδων παραγωγής στη Γερμανία.
Στα τέλη του περασμένου έτους η Τουρκία πούλησε επίσης 30 εκπαιδευτικά μαχητικά αεροσκάφη στην πολεμική αεροπορία της Ισπανίας, που θα συμπαράγονται με την Airbus στο πλαίσιο συμφωνίας ύψους 2,6 δισ. ευρώ. Οι αναλυτές λένε πως το μοντέλο συμπαραγωγής θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλες τουρκικές αμυντικές πλατφόρμες που ενσωματώνουν ευρωπαϊκούς οπλισμούς.
«Υπάρχει μεγάλη προοπτική για συνεργασίες» λέει ο Αρντά Μεβλούτογλου, αμυντικός σύμβουλος με έδρα στην Άγκυρα. «Οι δυτικές χώρες θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τουρκικές πλατφόρμες με τη λογική του ‘plug and play’, ενσωματώνοντας σε αυτές τα δικά τους αεροηλεκτρονικά και οπλικά συστήματα».
Τέτοιου είδους κοινοπραξίες συμβαδίζουν με το συναλλακτικό πνεύμα της εποχής. Αλλά το γεγονός πως δεν είναι μέρος μιας ευρείας ευρωπαϊκής συμφωνίας για τον ρόλο της Τουρκίας στον τομέα της ασφάλειας, επίσης περιορίζει το πόσο μακριά μπορεί να πάει.
«Τι θέλει η Ευρώπη από την Τουρκία; Αυτό δεν είναι ξεκάθαρο, και αυτό είναι πρόβλημα. Η σχέση συνεχίζεται επειδή πρέπει, αλλά δεν προοδεύει επειδή δεν υπάρχει πολιτική υποδομή για να την υποστηρίξει» λέει η πολιτική επιστήμονας Κορκμάζ. «Χωρίς αυτό η Τουρκία μπορεί να γίνει πιο σημαντική αλλά, παραδόξως, επίσης λιγότερο σχετική στις στρατηγικές συζητήσεις».
Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι οικονομικό. Ο αμυντικός τομέας της Τουρκίας μπορεί να ακμάζει, αλλά η ευρύτερη οικονομία μαστίζεται από έναν πληθωρισμό 33%, αυξανόμενα κόστη και μια ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας που έχουν στραγγαλίσει την ανταγωνιστικότητα άλλων κατασκευαστών.

Δραστηριοποιείται επίσης σε μια χώρα όπου οι ανησυχίες για το κράτος δικαίου αποτρέπουν τις ξένες επενδύσεις σε άλλους τομείς. Το World Justice Project κατέταξε την Τουρκία 118η από 143 χώρες στον Δείκτη Κράτους Δικαίου του 2025, μια θέση πάνω από τη Ρωσία.
«Το νομικό σύστημα της Τουρκίας θέτει τα κεφάλαια σε κίνδυνο. Γι’ αυτό -πέραν των ελεγχόμενων από το κράτος κολοσσών και μια ή δυο ιδιωτικές εταιρείες με καλές διασυνδέσεις- η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας εξακολουθεί να μην έχει πολλά κεφάλαια. Περιορίζει την ανάπτυξη και το βάθος του τομέα», πρόσθεσε ο αμυντικός αξιωματούχος του ΝΑΤΟ.
Ένα τρίτο πρόβλημα είναι η αξιοπιστία. Η Άγκυρα συχνά εξαίρει την αμυντική της βιομηχανία για να προβάλει την εθνική αποφασιστικότητα και την ικανότητα της χώρας να αντέξει στις εξωτερικές πιέσεις. Αλλά αυτού του είδους η υπερβολή μπορεί επίσης να είναι αυτοκαταστροφική.
Πέρυσι, πολλοί Τούρκοι σοκαρίστηκαν όταν ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν παραδέχθηκε πως το «κόσμημα του στέμματος» της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας –το μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς ΚΑΑΝ- εξαρτάται από κινητήρες που κατασκευάζονται στο εξωτερικό.
Παρόμοιες υπερβολικές υποσχέσεις φέτος παρουσίασαν το πρωτότυπο του βαλλιστικού πυραύλου Yıldırımhan να έχει δηλωμένη εμβέλεια 6.000 χλμ. Κατά τρόπο απίθανο, αυτό είναι 10 φορές περισσότερο από την εμβέλεια του τωρινού τουρκικού πυραύλου με τη μεγαλύτερη εμβέλεια.
Οι Τούρκοι «κατασκευάζουν ένα ελικόπτερο τύπου Apache, έχουν drones, συστήματα παρέμβολών… Είναι μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αμυντικές βιομηχανίες στην Ευρώπη» είπε δεύτερος ανώτατος Ευρωπαίος αμυντικός αξιωματούχος. «Μένει όμως να φανεί πόσο εντυπωσιακά είναι κάποια από αυτά τα νέα συστήματα», πρόσθεσε, αναφερόμενος συγκεκριμένα στο Yıldırımhan.
«Θα τα εμπιστευθούν πράγματι οι μεγάλοι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ για την ασφάλειά τους;»
Η κληρονομιά της αμοιβαίας καχυποψίας
Οι σχέσεις της Τουρκίας με χώρες του ΝΑΤΟ έχει βελτιωθεί δραστικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, όταν ο Ερντογάν κατηγόρησε τη Δύση ότι «τάσσεται στο πλευρό πραξικοπηματιών και τρομοκρατών».
Ως προς τις σχέσεις με τη Μόσχα, η Άγκυρα συνεχίζει να υποστηρίζει την επιστροφή της κατεχόμενης Κριμαίας στην Ουκρανία και έχει μειώσει την εξάρτηση της Τουρκίας από τη ρωσική ενέργεια.
Στο μεταξύ, η Τουρκία έχει επανεκτιμήσει τις σχέσεις της με τη Δύση. Συστοιχίες της ΝΑΤΟϊκής αεράμυνας ήταν αυτές που κατέρριψαν τους τέσσερις ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς την Τουρκία φέτος.
Οι τουρκικές αμυντικές εταιρείες –ιδιαίτερα αυτές που κατασκευάζουν πιο εμπορευματοποιημένα προϊόντα όπως πυροβόλα – χρειάζονται τη δυτική τεχνολογία, τη χρηματοδότηση και συνεργασίες που να συντηρούν την ανταγωνιστικότητά τους, ιδιαίτερα καθώς η Κίνα είναι «η μεγαλύτερη απειλή για τον αμυντικό τομέα της Τουρκίας, αναμφίβολα», όπως δηλώνει ο Ερτάτς Κότσα, επικεφαλής διεθνούς συνεργασίας της τουρκικής διεύθυνσης αμυντικής βιομηχανίας.
Το σημαντικότερο όλων, η Ευρώπη –συμπεριλαμβανομένων χωρών εκτός ΕΕ όπως το Ηνωμένο Βασίλειο – αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ του ετήσιου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών της Τουρκίας, ύψους περίπου 720 δισ. ευρώ. «Η Ευρώπη είναι το μόνο ασφαλές και ειρηνικό σύνορό μας» παραδέχεται ένας Τούρκος αξιωματούχος. «Εκτιμούμε πολύ την ευρωπαϊκή σταθερότητα και ασφάλεια».
Ωστόσο, οι καλύτερες σχέσεις δεν σημαίνουν πως είναι καλές, και οι στενότεροι αμυντικοί δεσμοί δεν θα τις κάνουν αναπόφευκτα καλές, γεγονός που βάζει όρια στις εμπορικές και επενδυτικές ροές που χρειάζεται η οικονομία της Τουρκίας.
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ ξεκίνησαν το 2005 και «πάγωσαν» το 2018. Όλοι συμφωνούν πως η τελωνειακή ένωση που υπέγραψε η Τουρκία με την ΕΕ το 1995 –πριν την απογείωση της ψηφιακής οικονομίας- πρέπει να επικαιροποιηθεί. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να γίνουν πολιτικά δύσκολες αλλαγές που η Άγκυρα ίσως δεν είναι πρόθυμη να κάνει, όπως για παράδειγμα να τηρήσει πολιτικές διαφάνειας των δημόσιων συμβάσεων.
Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη αβεβαιότητα που περιορίζει την πλήρη συνεργασία, που απορρέει από αυτό που οι επικριτές θεωρούν ως τον αυξανόμενο αυταρχισμό της Τουρκίας. Αν η Τουρκία γίνει πλήρως αυταρχική, λένε οι επικριτές, τότε βασική προτεραιότητα της κυβέρνησης θα είναι να εξαλείψει τις εσωτερικές απειλές αντί να αντιμετωπίσει τις κοινές εξωτερικές απειλές –περίπου όπως συνέβη στην Ουγγαρία υπό τον πρώην πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπάν.
Για την ώρα, και οι δυο πλευρές προσπαθούν να βρουν τρόπους για να προχωρήσουν σε μια νέα τάξη ασφάλειας σε έναν αυξανόμενα επικίνδυνο κόσμο όπου οι ΗΠΑ δεν παίζουν πλέον τον ευρύ ρόλο που έπαιζαν κάποτε στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
«Αυτός είναι ο λόγος που αυτή η κληρονομιά της αμοιβαίας καχυποψίας έχει περισσότερη σημασία απ’ ότι είχε παλαιότερα» λέει ο Σινάν Ουλγκέν, διευθυντής του think-tank EDAM με έδρα στην Κωνσταντινούπολη.
«Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι: ‘όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι, η Τουρκία θα ταχθεί στο πλευρό της ΕΕ ή θα μείνει στο περιθώριο; Το ερώτημα για την Τουρκία είναι: ‘Θα οδηγήσει αυτό [το αδιέξοδο] σε ένα δυσλειτουργικό ΝΑΤΟ και σε μια αμυντική αρχιτεκτονική της ΕΕ που θα την εξαιρεί;».
«Στη χειρότερη περίπτωση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην υλοποίηση όλων όσων φοβόμασταν στο παρελθόν: μια πιο αδύναμη Ευρώπη και μια Τουρκία που είναι αναγκασμένη να τα βγάλει πέρα μόνη της» προσθέτει ο Ουλγκέν. «Θα ήταν αχαρτογράφητα νερά».
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation