Τα ελληνικά προβλήματα "προσγειώνουν" τις PIGS

Η δημοσιονομική προσαρμογή Ελλάδας και Πορτογαλίας αν και απαραίτητη δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα των δύο χωρών. Θα πρέπει να υπάρξουν αλλαγές σε όλους τους τομείς της οικονομίας τους.

  • Daniel Gros*
Τα ελληνικά προβλήματα προσγειώνουν τις PIGS
Οι αγορές έχουν βρει ένα νέο ακρωνύμιο για να αναφέρονται στις προβληματικές χώρες της ευρωζώνης: PIGS. Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία «βλέπουν» τα ομόλογά τους να ακολουθούν ανάλογη πορεία, με την Ελλάδα και τα προβλήματά της να αποτελεί «αρχηγό» για όλο το γκρουπ. Αυτές οι χώρες απόλαυσαν μία μακρά περίοδο άνθησης χάρη στις φθηνές πιστώσεις, η οποία έληξε με μία μεγάλη «έκρηξη» και τα δημοσιονομικά τους μεγέθη βρέθηκαν σε εξαιρετικά άσχημη κατάσταση, ενισχύοντας τις ανησυχίες για το κατά πόσο θα μπορέσουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις των χρεών τους.

Όμως αυτό το ακρωνύμιο είναι παραπλανητικό, καθώς επικεντρώνεται στην δημοσιονομική κατάσταση των χωρών.

Προκειμένου να εξετάσει την ικανότητα μίας χώρας να διαχειριστεί το χρέος της κάποιος δεν θα πρέπει να εξετάζει μόνο τους δημοσιονομικούς της λογαριασμούς αλλά την ισορροπία ολόκληρης της οικονομίας.

Βάσει αυτής της θεώρησης καταγράφονται σαφής διαφορές. Οι «PIGS» έχουν δύο διαφορετικά γκρουπ, με Ελλάδα και Πορτογαλία να είναι οι περισσότερο αδύναμες, λόγω της έλλειψης αποταμιεύσεων.

Οι συνολικές αποταμιεύσεις αυτών των δύο χωρών –τόσο ιδιωτικού όσο και δημοσίου τομέα- βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα: για την Ελλάδα είναι μόλις στο 7,2% του ΑΕΠ και για την Πορτογαλία στο 10,2%. Αντίθετα ο μέσος όρος της ευρωζώνης βρίσκεται περίπου στο 20% του ΑΕΠ. Το 17% της Ιρλανδίας και το 19% της Ισπανίας είναι σαφώς πιο κοντά στον μέσο ευρωπαϊκό όρο από ότι είναι Ελλάδα και Πορτογαλία. Αυτό σημαίνει ότι Ιρλανδία και Ισπανία μπορούν να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματά τους από τις εθνικές αποταμιεύσεις, από τη στιγμή που έχει καταρρεύσει η αγορά ακινήτων και ως εκ τούτου δεν απορροφά υψηλό αριθμό κεφαλαίων. Ελλάδα και Πορτογαλία έχουν το κοινό χαρακτηριστικό της εξάρτησης από τα ξένα κεφάλαια.

Οι μεικτές αποταμιεύσεις περιλαμβάνουν τους εγχώριους πόρους (ταμειακές ροές) που χρησιμοποιούνται για την χρηματοδότηση επενδύσεων και την κατανάλωση (λογική φθορά) κεφαλαίων. Με τόσο χαμηλό επίπεδο συνολικών αποταμιεύσεων δεν είναι παράξενο ότι Ελλάδα και Πορτογαλία δεν έχουν κατορθώσει να χρηματοδοτήσουν ούτε στο ελάχιστο επενδύσεις μέσω των εθνικών τους κεφαλαίων.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην ευρωζώνη όπου οι καθαρές αποταμιεύσεις της –εάν αφαιρεθεί η λογική φθορά κεφαλαίου- είναι αρνητικές για σχεδόν μία δεκαετία, φθάνοντας στο -5,1% του ΑΕΠ το 2008 (χρονιά κατά την οποία η Πορτογαλία σημείωσε χειρότερη πορεία). Αντίθετα ο μέσος όρος της ευρωζώνης φθάνει στο 6% του ΑΕΠ. Ακόμη και οι Βαλτικές χώρες, οι οποίες εξαρτώνται από ξένα κεφάλαια, βρίσκονται σε καλύτερη θέση με τις καθαρές αποταμιεύσεις να παραμένουν σε θετικό πρόσημο.

Αυτά τα χαμηλά επίπεδα αποταμιεύσεων έχουν δύο επιπλοκές: πρώτον η δημοσιονομική προσαρμογή δεν θα λύσει, μόνη της, το πρόβλημα, ενώ δεύτερον μία διάσωση θα είναι ακριβή.

Μία δημοσιονομική προσαρμογή η οποία δεν συνοδεύεται από αύξηση του επιπέδου των εθνικών αποταμιεύσεων απλά θα μετέφερε το κρατικό πρόβλημα στον ιδιωτικό τομέα. Μείωση του κρατικού ελλείμματος θα προκαλούσε απλά περισσότερα προβλήματα με τα χρέη ιδιωτών. Οι τράπεζες θα δουν τα επισφαλή δάνεια να συσσωρεύονται και τελικώς να χρειάζονται κρατική παρέμβαση για να σωθούν. Η προσαρμογή χρειάζεται να «σφίξει τη ζώνη» το σύνολο της οικονομίας. Προκειμένου να τεθούν σε πορεία καλής οικονομικής κατάστασης Πορτογαλία και Ελλάδα χρειάζονται αύξηση των αποταμιεύσεών τους. Θα πρέπει να υπάρξει μείωση κατά 10% της κατανάλωσης κεφαλαίων.

Η έλλειψη αποταμιεύσεων σε συνδυασμό με το υψηλό χρέος κάνει την περίπτωση διάσωσης μία ακριβή υπόθεση. Συγκρίνοντας μία οικονομία με μία εταιρία θα πρέπει να πούμε ότι οι μεικτές εθνικές αποταμιεύσεις αντιστοιχούν στις ταμειακές ροές απ’ όλους τους τομείς της οικονομίας, ενώ οι καθαρές αποταμιεύσεις την εξέλιξη των μεριδίων που έχουν στην κατοχή τους οι μέτοχοι.

Είναι διαφορετικό να θέλεις να στηρίξεις οικονομικά μία χώρα ή μία εταιρία η οποία έχει ισχυρές ταμειακές ροές και βρίσκεται σε πρόβλημα λόγω ιδιαίτερα υψηλών επενδύσεων (περιπτώσεις Ιρλανδίας και Ισπανία) και άλλο για κάποιον του οποίου οι εγχώριες ταμειακές ροές δεν είναι ικανές ούτε καν να καλύψουν βασικές ανάγκες (περιπτώσεις Πορτογαλίας και Ελλάδας).

Όταν κάποιος αναλαμβάνει μία προβληματική εταιρία, δεν εξετάζει μόνο το θέμα του management. Το ίδιο, η διάσωση μίας οικονομίας θα έχει νόημα μόνο όταν όλοι οι μέτοχοι συμβάλουν εξίσου. Το να σώσεις μία οικονομία που υπερκαταναλώνει έχει νόημα μόνο εάν όλο το «σώμα» της έχει δεχθεί την ανάγκη της δημοσιονομικής προσαρμογής. Χρειάζονται βαθιές περικοπές στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα και στην κατανάλωση κεφαλαίων πριν έρθει αυτός που θα προσφέρει τη βοήθειά του.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης της Ευρώπης είναι ελαττωματικό καθώς συγκεντρώνεται μόνο σε έναν τομέα (το κράτος) της οικονομίας και όχι στο σύνολό της, κάτι το οποίο έχει μεγαλύτερη σημασία. 
 
* Ο κ. Daniel Gros είναι επικεφαλής του Centre for European Policy Studies στις Βρυξέλες.
 
© The Financial Times Limited 2010. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο