Από την φρενήρη πολιτική μάχη και τις συγκρούσεις απόψεων των τελευταίων εβδομάδων, θα μπορούσε εύκολα να συμπεράνει κάποιος ότι οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν δημοσιονομική καταστροφή. Δεν είναι έτσι. Η δημοσιονομική τους θέση έχει βελτιωθεί θεαματικά και δεν ενέχει μεσοπρόθεσμους κινδύνους. Η μόνη κρίση που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ, είναι εκείνη που εκπορεύεται από την επιθυμία αποφυγής μιας κρίσης.Το πραγματικό πρόβλημα είναι τι είδους κυβέρνηση θέλουν οι Αμερικανοί και πώς θα επιλέξουν να πληρώσουν για αυτήν.
Μεταξύ 2007 και 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης των ΗΠΑ, κρατικής και τοπικής, εκτινάχθηκε από 2,7% του ΑΕΠ σε 12,9% του ΑΕΠ λόγω της κρίσης. Στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ όμως προβλέπεται έλλειμμα 5,8% του ΑΕΠ φέτος και 3,9% το 2015. Η δημοσιονομική σύσφιξη εξηγεί την υποτονική ανάπτυξη. Καθώς θα μειώνεται το δημοσιονομικό βαρίδι, η ανάπτυξη θα πρέπει να ανακάμψει.
Οι τελευταίες μακροπρόθεσμες προβλέψεις του κομματικά ανεξάρτητου γραφείου προϋπολογισμού του Κογκρέσο, Congressional Budget Office (CBO), επίσης δημιουργεί μεσοπρόθεσμη αισιοδοξία. Δείχνει πτώση του ομοσπονδιακού χρέους επί του ΑΕΠ στην επόμενη δεκαετία από 73% σε 71%.
Οι προβλέψεις αυτές στηρίζονται, όπως πάντα, στους ισχύοντες κανόνες. Πέρσι αυτή η προσέγγιση δημιούργησε δυσκολίες στο CBO, το οποίο αντέδρασε παρέχοντας δύο προβλέψεις: Την βασική και την εναλλακτική.
Η βασική θεωρεί ότι οι φορολογικές περικοπές της εποχής George W Bush θα λήξουν, όπως επιβάλλει ο νόμος. Εξ' αιτίας αυτού και άλλων παραγόντων, τα έσοδα θα φτάσουν στο 24% του ΑΕΠ ως το 2037. Αυτό θεωρήθηκε από το CBO αδύνατον, ορθώς όπως αποδείχθηκε, αφού οι φορολογικές περικοπές Bush δεν επρόκειτο να κοπούν όπως είχε προγραμματιστεί.
Το CBO έδωσε την εναλλακτική λύση: Θεωρήθηκε ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις θα παραταθούν μέχρι το 2022, οπότε τα έσοδα εκτιμήθηκε ότι θα παραμείνουν στο συγκεκριμένο επίπεδο του 18,5% του ΑΕΠ. Η νέα πρόβλεψη, όπου το χρέος φτάνει στο 100% του ΑΕΠ σε 25 χρόνια, είναι χειρότερη από την περσινή βασική πρόβλεψη, αλλά πολύ καλύτερη από την προηγούμενη εναλλακτική του CBO.
Όμως αυτή η μακροπρόθεσμη πρόβλεψη δεν είναι καταστροφή. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν πιθανότατα να αντέξουν χρέος στο 100% του ΑΕΠ. Είναι υψηλό, αλλά οριακά διαχειρίσμο. Το κόστος θα εξαρτηθεί σε μια τέτοια περίπτωση από το πραγματικό επιτόκιο. Αν αυτό δεν πρόκειται να είναι υψηλότερο από τον πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης (όπως συμβαίνει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα), δεν θα χρειαστεί ούτε καν να έχει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα η χώρα, για να σταθεροποιήσει τον συντελεστή του χρέους. Επιπλέον, οι αυξήσεις εσόδων και οι περικοπές δαπανών που θα χρειάζονταν για να κρατηθεί το χρέος στο 73% θα ήταν 0,8% του ΑΕΠ σήμερα και 1,3% το 2020. Είναι ένα μικρό ποσοστό σε σχέση με όσα έχουν επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.
Το CBO εκτιμά ότι για να «μειωθεί το χρέος στο 39% του ΑΕΠ το 2038 –εκεί όπου βρισκόταν το 2008- θα χρειαστούν αυξήσεις εσόδων και περικοπές σε δαπάνες σε σύνολο 2% του ΑΕΠ για τα επόμενα 25 χρόνια. Η εκτίμηση για το 2012 υποδεικνύει ότι αν οι φορολογικές ελαφρύνσεις Bush έληγαν, θα αποδιδόταν μεγάλο κομμάτι αυτής της μείωσης. Αφού η αμερικανική οικονομία πήγαινε καλά στην δεκαετία του 1990, πριν από αυτές τις δυσβάσταχτες ελαφρύνσεις, είναι περίεργο που ο Barack Obama δεν τις άφησε να λήξουν, όταν είχε την ευκαιρία στην μάχη για τον «δημοσιονομικό γκρεμό» το 2012. Ο πρόεδρος θα είχε κερδίσει τα περιθώρια που σήμερα δεν έχει, για να εξασφαλίσει μια ισορροπημένη δημοσιονομική προσαρμογή.
Αντίθετα, άφησε την χώρα στον κίνδυνο των «αυτόματων περικοπών».
Πάντως είναι πιθανό να μην χρειαστεί περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή για να μειωθεί το χρέος. Στο β΄ τρίμηνο 2013 το ΑΕΠ ήταν 14% χαμηλότερο από την μέση τάση 1980-2007. Είναι πολύ πιθανό να ανακτήσει μεγάλο κομμάτι. Πράγματι, όπως έχει τονίσει ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Lawrence Summers, είναι πολύ αβέβαιες οι διαφορές ανάμεσα στους, πολύ μεγαλύτερους, αριθμούς εσόδων και δαπανών που εμφανίζονται μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα.
Η ανάπτυξη είναι, όχι μόνο αβέβαιη, αλλά και υποκείμενη στην ορθή διαμόρφωση στρατηγικής βραχυπρόθεσμα και πιο μακροπρόθεσμα. Οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν καμία μεσοπρόθεσμη κρίση δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Η χώρα μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη δεκαετία για να αποφασίσει αν θα κάνει κάτι παραπάνω. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρές δημοσιονομικές προκλήσεις.
Εγώ μπορώ να διακρίνω τουλάχιστον πέντε.
Πρώτον, η διαδικασία των «αυτόματων περικοπών» είναι αυθαίρετη. Πρέπει να αλλάξει. Δεύτερον, όπως σημειώνει ο Ezra Klein της The Washington Post, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι «ένας ασφαλιστικός κολοσσός, που προστατεύεται από έναν τεράστιο στρατό σε ετοιμότητα».
Το CBO προβλέπει ότι οι δαπάνες σε κοινωνική ασφάλιση θα αυξηθούν από 4,9% του ΑΕΠ σε 6,2% και οι δαπάνες σε υγεία από 4,6% σε 8% κατά τα επόμενα 25 χρόνια. Άλλες δαπάνες, όπως για επιστήμες και εκπαίδευση, θα συρρικνωθούν άγρια. Αν οι δαπάνες σε άμυνα ανέρχονταν στο 4% του ΑΕΠ, όλες οι άλλες δαπάνες πλην ασφάλισης και υγείας και τόκους, θα ήταν 3% του ΑΕΠ το 2038 –που είναι πολύ λίγο για την συντήρηση ουσιωδών υπηρεσιών.
Τρίτον, ένα κομμάτι της λύσης είναι να μειωθούν οι δαπάνες σε συντάξεις και ιατρικό κόστος. Στο δεύτερο, εμφανίζεται μια ευκαιρία. Η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει για υπηρεσίες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ, τόσα όσα και πολλά κράτη πρόνοιας της Ευρώπης, ενώ καλύπτει πολύ μικρότερο τμήμα του πληθυσμού. Θα πρέπει να υπάρχει τρόπος να δοθούν τα ίδια με χαμηλότερο κόστος ή περισσότερα με το ίδιο κόστος.
Τέταρτον, οι ΗΠΑ χρειάζονται δημοσιονομική μεταρρύθμιση. Σε αυτό το επίπεδο υπάρχουν τεράστια περιθώρια μεγαλύτερης αποδοτικότητας και ισότητας.
Τέλος, το μερίδιο του ΑΕΠ που προέρχεται από τα έσοδα, θα πρέπει να αυξηθεί. Το 19,7% του ΑΕΠ που προβλέπει το CBO για το 2038 είναι πολύ χαμηλό, εκτός κι αν το Tea Party μειώσει κάθετα τις δαπάνες σε ασφάλιση και Medicare.
Δεδομένης της ηλικιακής σύνθεσης της ομάδας, αυτό δεν είναι πολύ πιθανό. Τα στοιχεία του CBO δείχνουν ότι ίσως χρειαστεί αύξηση των ομοσπονδιακών εσόδων στο 22% του ΑΕΠ.
Αυτό είναι σίγουρα εφικτό. Κι αυτό όμως επίσης καθορίζει την φύση της υπόθεσης. Το θέμα δεν είναι το χρέος. Είναι το αν θα πληρώσουν οι Αμερικανοί τους φόρους που χρειάζεται για να χρηματοδοτήσουν την κυβέρνηση την οποία έχουν επιλέξει. Οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει κορυφαία κοινωνικά προγράμματα. Αλλά δεν μπορούν να συμφωνήσουν για τους φόρους που είναι απαραίτητοι για να πληρωθούν και παράλληλα να συντηρηθούν οι στοιχειώδεις κρατικές λειτουργίες σε λογικά επίπεδα. Αυτός ο αγώνας είναι που κρύβεται πίσω από τις ρητορείες για το αφόρητο χρέος και τα αντικίνητρα που προκαλούν οι μετριοπαθείς αυξήσεις στην φορολογία.
Αν οι ΗΠΑ δημιουργήσουν οι ίδιες τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα, αυτό θα οφείλεται στο ότι είναι αδύνατον να υπάρξει συμφωνία για την ισορροπία ανάμεσα σε εκείνα που πράττει η κυβέρνηση και στο πώς χρηματοδοτούνται. Πρώτα από όλα όμως, οι πλασματικές κρίσεις των τελευταίων εβδομάδων, απλά πρέπει να σταματήσουν.
© The Financial Times Limited 2013. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation