H συνεχής ροή ειδήσεων μπορεί να είναι παραπλανητική. Οι τηλεοπτικές εικόνες από την Κριμαία δείχνουν τη στρατιωτική επιτυχία του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι Ρώσοι κατέλαβαν ουκρανικά εδάφη με την απειλή των όπλων.
Η νίκη της Ρωσίας ωστόσο είναι επιφανειακή. Η απόφαση του Πούτιν να στείλει στρατιώτες στην Ουκρανία σηματοδοτεί την κατάρρευση της στρατηγικής του στην Ευρασία. Η Δύση μπορεί να έχει ακόμα το πάνω χέρι για να προσφέρει στήριξη στην κυβέρνηση του Κιέβου.
Υπάρχουν τρεις πιθανές εξηγήσεις για την απόφαση του Πούτιν να παραβλέψει τους διεθνείς κανονισμούς και να αποκτήσει τον έλεγχο της Κριμαίας. Η πρώτη και η πιο ανώδυνη είναι ότι θέλει να έχει τον μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο στις διαπραγματεύσεις για μια νέα συνταγματική τάξη στην Ουκρανία, μια τάξη που στο μυαλό της Μόσχας θα παραβιάσει την αυτονομία της Κριμαίας και των ρωσόφωνων ανατολικών περιοχών.
Η δεύτερη είναι πως απλώς αποφάσισε ότι το παιχνίδι έχει χαθεί: ότι η Ουκρανία στρέφεται προς τη Δύση και πως η Μόσχα πρέπει να πάρει ό,τι μπορεί. Η τρίτη -μια προέκταση της δεύτερης- είναι πως ο έλεγχος της Κριμαίας είναι προοίμιο μεγαλύτερης εισβολής της Ρωσίας και της επαναχάραξης των ανατολικών συνόρων της Ουκρανίας.
Mε τους Ρώσους στρατιώτες να εδραιώνουν την παρουσία τους στην Κριμαία, οι επιλογές δύο και τρία φαίνονται οι πιο πιθανές. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο του πολέμου και αποτελεί απτή απειλή για την ευρύτερη ασφάλεια της Ευρώπης, καθώς ο Πούτιν παραβιάζει την ανακωχή που είχαν συμφωνήσει η Μόσχα και η Δύση μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου.
Αλλά θα ήταν λάθος να ερμηνευτεί αυτό ως μια νίκη της Μόσχας. Η φιλοδοξία του Ρώσου προέδρου ήταν να χτίσει μια Ευρασιατική Ένωση ως αντίβαρο στη Δύση. Η Ουκρανία θα ήταν ο βασικός της πυλώνας. O βίαιος διαμελισμός της χώρας θα σηματοδοτούσε την ντροπιαστική παραδοχή πως το σχέδιο απέτυχε. Η ρωσική κατοχή θα οδηγούσε τη δυτική Ουκρανία στην αγκαλιά της Δύσης.
Η Ρωσία, το Καζακστάν, η Λευκορωσία και ίσως η Αρμενία με δυσκολία συγκροτούν μια ισχυρή οικονομική ή πολιτική δύναμη. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρι, είχε δίκιο όταν περιέγραψε την επιθετικότητα της Ρωσίας ως πράξη απελπισίας.
Είναι πολύ πιθανό πως από τη στιγμή που ο Πούτιν έφτασε μέχρι εδώ δεν θα κάνει πίσω. Η αλαζονεία που πηγάζει από την ψευδαίσθηση της ισχύος υπονόμευε πάντοτε τη στρατηγική λογική στην εξωτερική του πολιτική. Αλλά η Δύση δεν πρέπει να αναμένει ακόμα το χειρότερο. Αντίθετα πρέπει να ακολουθήσει μια στρατηγική σε δύο μέτωπα, με την παροχή κινήτρων για διαπραγματεύσεις, μαζί με μια αξιόπιστη απειλή σκληρών οικονομικών και πολιτικών κυρώσεων, εφόσον το Κρεμλίνο αρνηθεί να μετακινηθεί.
Τα κίνητρα πρέπει να περιλαμβάνουν διαβεβαιώσεις ότι η ευρωπαϊκή και η αμερικάνικη στήριξη στην ουκρανική κυβέρνηση εξαρτάται από το αν η τελευταία θα συμφωνήσει να προστατεύσει τα δικαιώματα των Ρώσων και της ρωσόφωνης μειονότητας της χώρας. Η πρόταση της οικονομικής συνεργασίας με την Ε.Ε. πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποκλείει μια παράλληλη συμφωνία με τη Ρωσία. Τέλος, δεν πρέπει να υπάρξει ανάμειξη του ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά τις κυρώσεις στην περίπτωση που ο Πούτιν αρνηθεί να μετακινηθεί, πρέπει να κινούνται σε ένα φάσμα που θα περιλαμβάνει το μποϊκοτάρισμα του προγραμματισμένου συνεδρίου του G8 στο Σότσι, μέχρι περιεκτικά μέτρα για την οικονομική και πολιτική απομόνωση της Ρωσίας.
Στα πιο πιθανά μέτρα περιλαμβάνονται το πάγωμα της οικονομικής και επενδυτικής συνεργασίας, μια αποφασιστική κίνηση από την πλευρά της Ε.Ε. για να σπάσει το μονοπώλιο της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου και η κατάργηση της άδειας εισόδου στους πολιτικούς και στους επιχειρηματικούς ηγέτες που έχουν στενούς δεσμούς με το Κρεμλίνο.
Η λογική πίσω από τη στρατηγική αυτή είναι πως η πορεία των εξελίξεων θα είναι μακρά και πως οι απειλές θα είναι αξιόπιστες. Την ίδια ώρα, το ΝΑΤΟ πρέπει να ενισχύσει την αμυντική γραμμή απέναντι στην επιθετικότητα της Ρωσίας προς τις χώρες της Βαλτικής, υπό τον φόβο ότι η επέμβαση στην Ουκρανία σηματοδοτεί ένα νέο δόγμα του Κρεμλίνου που επιτρέπει στον στρατό να εισβάλει σε άλλες χώρες για την προστασία ρώσικων εθνοτικών ομάδων.
Η πρωταρχική ευθύνη βαραίνει τον Μπαράκ Ομπάμα. Πολύ συχνά ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει χρησιμοποιήσει σκληρή γλώσσα για να οπισθοχωρήσει αργότερα. Δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο και τώρα. Όμως και η Ευρώπη δεν μπορεί να αποποιηθεί των ευθυνών της και να συνεχίσει να αφήνει τον Πούτιν να διαιρεί και να βασιλεύει μέσα στην Ε.Ε.
Κανείς στη Δύση δεν πρέπει να είναι υπέρ μιας παρατεταμένης διαμάχης με τη Ρωσία. Αλλά η επίδειξη αποφασιστικότητας είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation