Λες και τα πνεύματα του Τόνι Μπλερ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ, των πρώην ηγετών της Βρετανίας και της Γερμανίας, καλωσορίζουν τους διαδόχους τους σε κάποια Βαλχάλα της σοσιαλδημοκρατίας. Με το διορισμό του Μανουέλ Βαλ στην πρωθυπουργία της Γαλλίας, η τάση της κεντροαριστεράς στην ευρωπαϊκή πολιτική στρέφεται για μία ακόμη φορά σε μία νέα, δυναμική γενιά ηγετών με αυτοπεποίθηση, που περιφρονούν τα σοσιαλιστικά συνθήματα και -σε ορισμένες περιπτώσεις- απολαμβάνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τους ψηφοφόρους σε σύγκριση με τους βετεράνους των κομμάτων τους.
Δίπλα από τον κ. Βαλ, είναι το λαμπερό παράδειγμα του Ματέο Ρέντσι της Ιταλίας, του 39χρονου πρώην δημάρχου της Φλωρεντίας. Ως άλλος δολοφόνος με αγγελικό πρόσωπο της Αναγέννησης, οργάνωσε το Φεβρουάριο την πτώση του Ενρίκο Λέτα, του κομματικού του συντρόφου, από την πρωθυπουργία. Στη συνέχεια ανέλαβε ο ίδιος τα ηνία, υποσχόμενος να προχωρήσει σε μάχη με τα κατεστημένα συμφέροντα που εδώ και 20 χρόνια μπλοκάρουν οποιαδήποτε πολιτική και οικονομική πολιτική στην Ιταλία.
Στο Βόρειο Ευρώπη, τη σημαία της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας κρατά ψηλά η Ελ Θόρινγκ-Σμιτ, η 47χρονη πρωθυπουργός της Δανίας από το 2011. Έχει μειώσει της κοινωνικές παροχές, έχει συρρικνώσει το δημόσιο τομέα, έχει προωθήσει πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας και ενθάρρυνε την ανάκαμψη του ιδιωτικού τομέα – όλα στο όνομα του δανέζικου μοντέλου κοινωνικού καπιταλισμού.
Η δική της εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει τίμημα για όποιον αποφασίσει να σπάσει το καλούπι. Τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών της κ. Θόρινγκ-Σμιτ υποχωρούν σταθερά στις δημοσκοπήσεις και φαίνεται πως θα έχουν φτωχά αποτελέσματα στις ευρωεγκλογές του Μαΐου.
Αλλά κι αν δεν έσπαγε το καλούπι, πάλι θα υπήρχε τίμημα. Ο κ. Βαλ δεν θα ήταν σήμερα πρωθυπουργός εάν δεν είχαν υποστεί οι Σοσιαλιστές της Γαλλίας τόσο συντριπτική ήττα στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Ήταν η χειρότερη απόδοση του κόμματος από το 1983 και ήταν κυρίως αποτέλεσμα της λαϊκής δυσαρέσκειας προς την αποτυχία του προέδρου Φρανσουά Ολάντ και της κυβέρνησής τους να λύσουν ή έστω να δείξουν ότι λύνουν το δυσάρεστο μείγμα υψηλής ανεργίας, υψηλής φορολογίας, υψηλού χρέους, υψηλών ελλειμμάτων και χαμηλής ανάπτυξης που αντιμετωπίζει η Γαλλία.
Ούτε ο κ. Βαλ ούτε ο κ. Ρέντσι θα μείνουν πολύ στην πολιτική σκηνή εάν δεν αποδείξουν ότι είναι πιο ικανοί από τον Ζαν Μαρκ Ερό, το δύσμοιρο πρώην πρωθυπουργό ή τον Ε. Λέτα, στην ανάκαμψη της οικονομίας. Κι αυτό δείχνει γιατί η ανάδειξη του κ. Βαλ και του κ. Ρέντσι στο πολιτικό στερέωμα θυμίζει μόνο επιφανειακά τις λαμπρές ημέρες του κ. Μπλερ και του κ. Σρέντερ τη δεκαετία του 1990 και του 2000.
Και οι τέσσερις άνδρες δεν φοβήθηκαν να πατήσουν πόδι στα κόμματά τους και κάθε ένας από αυτούς δεν θα απέρριπτε το περίφημο ρητό του Τόνι Μπλερ το 1997 ότι «αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που αποδίδει» και όχι αυτό που είναι ιδεολογικά αγνό. Αυτές οι ομοιότητες όμως αποκρύπτουν το γεγονός ότι οι οικονομικές, κοινωνικές και εκλογικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ηγέτες της κεντροαριστεράς στη δυτική Ευρώπη είναι, αν μη τι άλλο, πολύ πιο δύσκολες από εκείνες που αντιμετώπισαν προ 15ετίας ο κ. Μπλερ και ο κ. Σρέντερ.
Από το 2008 ως το 2012 η Γηραιά Ήπειρος αντιμετώπισε χρηματοοικονομική αναταραχή και οικονομική ύφεση σε τέτοιο μέγεθος που ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός είχε να αντιμετωπίσει από τη Μεγάλη Ύφεση. Αυτή η εμπειρία όμως, δεν συνέβαλε στη βελτίωση των εκλογικών προοπτικών της αριστεράς. Οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι έκριναν ότι οι πολιτικοί της αριστεράς δεν ήταν πιο πειστικοί από ό,τι οι πολιτικοί της δεξιάς σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της κρίσης.
Μακροπρόθεσμα, η δυσκολία πλέον για την αριστερά είναι πως δεν μπορεί να βασίζεται σε μία μαζική εργατική τάξη και σε οργανωμένα συνδικάτα που θα αποφέρουν ισχυρές πλειοψηφίες στις εκλογικές αναμετρήσεις. Κρίνοντας από τις εκλογές του 2009 και του 2013 στη Γερμανία, όταν τα ποσοστά των Σοσιαλδημοκρατών υποχώρησαν σε ιστορικά χαμηλά 23% και 25,7% αντιστοίχως, οι εκλογικές νίκες του μεγέθους που είχε πετύχει ο κ. Σρέντερ μοιάζουν πλέον ανέφικτες.
Στην κοινωνία λιγότερο ταξική, αλλά περισσότερο οικονομικά πιεσμένη της σύγχρονης δυτικής Ευρώπης, η αριστερά θεωρείται η πολιτική δύναμη που υπόσχεται, αλλά δεν καταφέρνει να προστατεύει το κράτος πρόνοιας, που διαχειρίζεται λάθος το θέμα της μετανάστευσης και η οποία γνωρίζει ελάχιστα για τον έλεγχο των ελλειμμάτων και την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους. Εάν ο Βαλ και ο Ρέντσι μπορέσουν να αλλάξουν αυτές τις αντιλήψεις, τότε θα διατηρήσουν τους θρόνους τους στη Βαλχάλα.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation