Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών ήταν μία αποτυχία 1 τρισ. δολ. Για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες , οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο έχουν δαπανήσει τεράστια χρηματικά ποσά σε αναποτελεσματικές προσπάθειες καταπολέμησης των ναρκωτικών. Όλα αυτά εις βάρος των προγραμμάτων που αληθινά αποδίδουν, όπως τα προγράμματα ανταλλαγής συρίγγων και η θεραπεία υποκατάστασης. Δεν πρόκειται απλώς για σπατάλη των χρημάτων. Είναι επίσης αντιπαραγωγικό.
Το London School of Economics μόλις ολοκλήρωσε ίσως τον πιο εμπεριστατωμένο απολογισμό του πολέμου κατά των ναρκωτικών που έχει γίνει μέχρι σήμερα. Το συμπέρασμα της έκθεσης που υποστηρίζεται από πέντε νομπελίστες οικονομολόγους είναι πως αυτός ο πόλεμος έχει κάνει περισσότερο κακό παρά καλό.
Η απαγόρευση των ναρκωτικών έχει δημιουργήσει μια τεράστια μαύρη αγορά, η οποία αποτιμάται από κάποιους στα 300 δισ. δολ. Μετατοπίζει το βάρος του ελέγχου των ναρκωτικών στις χώρες παραγωγής και διαμετακόμισης, όπως το Αφγανιστάν και το Μεξικό. Αυτή η προσέγγιση παράλληλα δεν αναγνωρίζει μια βασική αλήθεια: οι αγορές ναρκωτικών είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικές. Εάν καταστείλεις αυτές τις δραστηριότητες σε μια χώρα, σίγουρα κάπου αλλού θα ξεπηδήσουν.
Δείτε την Κολομβία. Όταν οι αρχές της χώρας σημείωσαν πρόοδο στην πάταξη του εμπορίου κοκαΐνης, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποινικών δραστηριοτήτων -και η βία που συνεπάγονται- μετακόμισαν στο Μεξικό. Η έκθεση του LSE εκτιμά ότι από το 2007, η πολιτική αποτροπής της Κολομβίας ευθύνεται για ποσοστό μεγαλύτερο του 20% στην αύξηση των δολοφονιών στο Μεξικό.
Η Μπογκοτά εξήγαγε το χάος της. Η έκρηξη της παράνομης αγοράς ναρκωτικών μεταξύ του 1994 και του 2008 «εξηγεί περίπου το 25% των δολοφονιών στην Κολομβία. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 3.800 περισσότερες ανθρωποκτονίες ετησίως κατά μέσο όρο, που σχετίζονται με τις παράνομες αγορές ναρκωτικών και τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών» σύμφωνα με την έκθεση. Αυτό το είδος της βίας έχει τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις: οι επιχειρήσεις μετακομίζουν, οι ξένες επενδύσεις συρρικνώνονται, οι βιομηχανίες μειώνονται και οι πολίτες φεύγουν σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.
Το κόστος δεν αφορά μόνο τις χώρες παραγωγής. Πλήττονται και οι χώρες των καταναλωτών.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, οι οποίες αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά σχεδόν στο 25% του παγκόσμιου πληθυσμού που βρίσκεται υπό κράτηση. Οι περισσότεροι κρατούμενοι έχουν καταδικαστεί για ναρκωτικά και για άλλες μη βίαιες παραβάσεις. Γι' αυτούς τους κρατούμενους η φαρμακευτική αγωγή και άλλες εναλλακτικές λύσεις θα μπορούσαν πιθανότατα να αποδειχθούν φθηνότερες και πιο αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση του εθισμού και στην προστασία της κοινωνίας, από ό,τι η φυλακή. Σε παγκόσμιο επίπεδο, από τα 9 εκατ. ανθρώπωους που είναι εθισμένοι στα ναρκωτικά το 40% κρατείται σε φυλακές για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά. Ο αριθμός αυτός πιθανότατα θα αυξηθεί, καθώς αυξάνονται συνεχώς οι σχετικές συλλήψεις στην Ασία, στη Λατινική Αμερική και στη Δυτική Αφρική.
Η ανθρώπινη καταστροφή έχει αποκτήσει επικές διαστάσεις. Παρ' όλα αυτά, οι υπηρεσίες που θα μπορούσαν να σώσουν ζωές και να μειώσουν το κόστος στην κοινωνία υποχρηματοδοτούνται, ή δεν χρηματοδοτούνται καθόλου.
Εδώ και χρόνια, το δικό μου Open Society Foundations έχει υποστηρίξει προγράμματα όπως το πρόγραμμα ανταλλαγής συρίγγων – που έχει αποδειχθεί ένας οικονομικά αποδοτικός τρόπος για την πρόληψη της μετάδοσης του ιού HIV. Μία χώρα διαπίστωσε ότι για κάθε 1 δολάριο που επενδύεται σε προγράμματα ανταλλαγής συρίγγων, επιτυγχάνεται εξοικονόμηση κόστους 27 δολαρίων. Αυτό δεν είναι μικρό θέμα, λαμβάνοντας υπόψη τα δισεκατομμύρια δολάρια που δαπανώνται για τη θεραπεία του HIV.
Έχουμε δει παρόμοιο λόγο απόδοσης επενδύσεων στο πρόγραμμα επιτηρούμενης ενέσιμης χρήσης ναρκωτικών και θεραπείας με φαρμακευτική στήριξη των εξαρτημένων από οπιοειδή. Ωστόσο, παρά τα οφέλη, το Κογκρέσο των ΗΠΑ συνεχίζει να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση αυτών των προγραμμάτων. Πολλές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο παλεύουν για να εξασφαλίσουν ότι στα διεθνή fora δεν θα γίνει η παραμικρή αναφορά σε τέτοιου τύπου προγράμματα, φοβούμενες ότι έτσι θα συγκρουστούν με την κυρίαρχη ιδεολογία πολέμου κατά των ναρκωτικών.
Ωστόσο, η αλλαγή είναι ακόμη εφικτή. Το 2016 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ θα εξετάσει την τρέχουσα κατάσταση στο μέτωπο κατά των ναρκωτικών. Ο ΟΗΕ εδώ και πολύ καιρό προσπαθεί για την επιβολή ενός μοντέλου «που να ταιριάζει σε όλους», με βάση την πεποίθηση ότι οι απαγορευτικές πολιτικές και μόνο θα λύσουν το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών.
Η έκθεση του LSE, που επισήμως θα κοινοποιηθεί την Τετάρτη, συνιστά στις κυβερνήσεις να δώσουν απόλυτη προτεραιότητα σε αποδεδειγμένες πολιτικές δημόσιας υγείας, να κινητοποιηθούν προς την ελαχιστοποίηση της ζημίας στις παράνομες αγορές και ζητά «αυστηρά επιτηρούμενη πολιτική και πειραματισμό των ρυθμιστικών αρχών». Συμφωνώ ολόψυχα.
Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο πρέπει να σταθμίσουν το κόστος και τα οφέλη των σημερινών πολιτικών τους και να είναι πρόθυμες να ανακατευθύνουν πόρους προς τα προγράμματα που έχουν αποτέλεσμα. Αυτό θα σώσει ζωές – και παράλληλα θα εξοικονομήσει χρήματα. Έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να διορθώσουμε το αναποτελεσματικό παγκόσμιο πλαίσιο για την αντιμετώπιση της κρίσης των ναρκωτικών. Το κόστος της αδράνειας θα είναι αβάσταχτο.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation