Για τη μεταπολεμική γενιά των ανώτερων τραπεζιτών της Βρετανίας, το ιερό δισκοπότηρο ήταν η ουσιαστική παρουσία στη Wall Street. Η μείωση θέσεων εργασίας που ανακοινώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τη Barclays δείχνει ότι η βρετανική τράπεζα δεν θα είναι πλέον αξιόπιστος ανταγωνιστής των μεγαλύτερων αμερικανικών τραπεζών και αποτελεί κατά συνέπεια σημείο καμπής.
Μόνο η Barclays, υπό την ηγεσία του αμφιλεγόμενου Αμερικανού Μπομπ Ντάιαμοντ, κατάφερε αυτό το πολύ δύσκολο κόλπο με την εξαγορά της Lehman Brothers εν μέσω χρηματοοικονομικής κρίσης. Το ερώτημα που ανακύπτει τώρα είναι εάν έχει σημασία.
Είναι σίγουρα λυπηρό να βλέπει κανείς έναν πάλαι ποτέ ισχυρό χρηματοπιστωτικό οργανισμό να οπισθοχωρεί από την ευρεία παρουσία στη Wall Street. Ακόμη και ο Sir Siegmund Warburg, ένας από τους τραπεζίτες με τη μέγιστη εκτίμηση στο City προ του Big Bang, δεν κατάφερε αυτόν τον στόχο, παρότι ήταν ανώτερος εταίρος σε αμερικανική επενδυτική τράπεζα, την Kuhn Loeb. Οι διάδοχοι του Warburg στη S.G.Warbourg ποτέ δεν κατάφεραν να αποσπάσουν μία θέση στο καλύτερο τραπέζι της Wall Street, παρότι είχαν αποκτήσει ηγετικό ρόλο στη βρετανική επενδυτική τραπεζική.
Τούτου λεχθέντος, και χωρίς διάθεση υποτίμησης των επιτευγμάτων του Μπομπ Ντάιαμοντ με τη Lehman, υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για το εάν άξιζε ο κόπος. Εάν οι βρετανικές τράπεζες είχαν πετύχει τις αμερικανικές φιλοδοξίες τους τη δεκαετία του 1980, τότε θα είχαν τοποθετηθεί σε μία λιγότερο ασταθή αγορά, όπου υπήρχε ακόμη σφιχτή διαχείριση του κινδύνου μέσω συνεργασιών με απεριόριστη ευθύνη. Στη συνέχεια, η Wall Street ευνοήθηκε από την άνοδο στην αγορά ομολόγων που διήρκεσε περισσότερο από 30 χρόνια και δημιούργησε ένα καταπληκτικό περιβάλλον για το proprietary trading (το trading που κάνουν οι τράπεζες για δικό τους λογαριασμό και όχι εκ μέρους πελατών τους).
Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τους traders που κατάφεραν να εκθρονίσουν τους παλαιομοδίτες του corporate finance στην κορυφή της επενδυτικής τραπεζικής. Εκείνοι είχαν τα ηνία το 1999 όταν καταργήθηκε τελικά ο διαχωρισμός εμπορικής και επενδυτικής τραπεζικής από τον νόμο Glass-Steagall, με τον οποίο η απεριόριστη ευθύνη ανήκε πια στο παρελθόν.
Μισθοφόροι
Το 2008 όμως, η Barclays βρέθηκε να αγοράζει στο τέλος αυτού του ανοδικού κύκλου για τις αγορές. Το trading τίτλων σταθερού εισοδήματος είχε αποδειχθεί χήνα με τα χρυσά αβγά, η ποιότητα αυτών των κερδών όμως είναι φτωχή. Το ίδιο ισχύει και για την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου. Οι traders είναι μισθοφόροι που χρησιμοποιούν τα τραπεζικά κεφάλαια για να πλουτίσουν οι ίδιοι, ενώ οι τράπεζες αναλαμβάνουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Τα μπόνους τους κινούνται μόνο ανοδικά, ποτέ πτωτικά. Και είναι ελεύθεροι όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη παραίτηση του Skip McGee, επικεφαλής της Barclays Americas, μαζί με άλλους «αποφοίτους» της Lehman.
Ενώ, όμως, το ανθρώπινο κεφάλαιο αποδεικνύεται αβάσιμο, το οικονομικό κεφάλαιο έχει προβλήματα, διότι οι ρυθμιστικές αρχές έχουν μετατρέψει το proprietary trading σε κλάδο που διψά ακόμη περισσότερο για κεφάλαια. Αδιαμφισβήτητα όμως, το μεγαλύτερο ερώτημα για την ποιότητα των κερδών μιας επενδυτικής τράπεζας σχετίζεται με την επιτυχία που καταγράφει στο market making. Από το 1970, ένας σοφός τραπεζίτης του City είχε εξηγήσει πώς το επιχειρηματικό μοντέλο του μεσίτη χρηματιστών (τότε ήταν γνωστό ως stockjobber) ήταν προβληματικό επειδή ήταν επιρρεπές στις συνηθισμένες καταρρεύσεις.
Ο οικονομικός σχολιαστής Andrew Smithers το παρομοιάζει με το πόκερ, που συνδυάζει την ικανότητα με τις τυχαίες διακυμάνσεις. Εάν οι ανταγωνιστές σε αυτόν τον τομέα έχουν ισότιμες ικανότητες, τότε τα αποτελέσματά τους θα βασίζονται στον παράγοντα τύχη. Ο πλούτος των ατομικών παικτών θα κυμαίνεται και, μια στο τόσο, κάποιος θα χρεοκοπεί και θα αποσύρεται από το παιχνίδι. Το πιθανότερο είναι να χάσει εκείνος που μπαίνει στο παιχνίδι με τα λιγότερα χρήματα. Εάν όσοι καταρρέουν δεν αντικαθίστανται από νέους παίκτες, τότε ο μέσος πλούτος των παικτών που έχουν απομείνει θα αυξάνεται.
Για να διαμορφωθεί η τάση, η ικανότητα που χρειάζεται στο market making είναι η έξυπνη χρήση των πληροφοριών από τη ροή των εντολών. Κατά συνέπεια, το μέγεθος δημιουργεί πλεονέκτημα. Όσο μεγαλύτερο μέρος της αγοράς μπορείς να δεις, τόσο ευκολότερο θα είναι να ελαχιστοποιήσεις τον κίνδυνο. Όπως συμβαίνει και σε μία παρτίδα πόκερ, ο αριθμός των παικτών μειώνεται και σταδιακά μένει στα χέρια λίγων μεγάλων τραπεζών.
Ο κ. Smithers δείχνει ότι με την αύξηση των αποδόσεων δυσχεραίνει η είσοδος νέων στον χώρο και αυξάνεται η μονοπωλιακή ισχύς. Έτσι, με τον καιρό, κάθε κρίση πιθανότατα θα αφορά όλο και μεγαλύτερη τράπεζα και θα αποτελεί όλο και μεγαλύτερο συστημικό κίνδυνο.
Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ασχολήθηκε ο πρώην πρόεδρος της Fed, Paul Volker με το θέμα του proprietary trading είναι εκτός στόχου. Σαφώς, η χρήση των καταθέσεων γα να γίνονται κερδοσκοπικά στοιχήματα δεν είναι επιθυμητή. Όμως, ο πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος της οικονομικής αναστάτωσης προέρχεται από τις δραστηριότητες των τραπεζών στο market making. Ο κ. Smithers σωστά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι market makers πρέπει να παραμείνουν μικροί σε μέγεθος, χωρίς επιδοτήσεις και διακριτοί από τις τράπεζες.
Υπό αυτήν την έννοια, η συρρίκνωση του τμήματος επενδυτικής τραπεζικής της Barclays έχει σημασία επειδή τελικά θα συμβάλει στη μείωση του πιθανού κινδύνου για τους φορολογούμενους πολίτες από τα προβλήματα που δημιουργούνται με τις τράπεζες που είναι πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν. Η διαδικασία έχει ακόμη πολύ δρόμο, αλλά κινείται στη σωστή κατεύθυνση.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation