Πόσο μεγάλο μέρος των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων του κόσμου θα καεί τελικά; Αυτό δεν είναι ένα ερώτημα που απασχολεί μόνο όσους ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή. Είναι επίσης ένα καίριο ερώτημα για τους επενδυτές, εάν πιστεύουν (παραλόγως κατά την άποψή μου) ότι η επιστήμη της κλιματικής αλλαγής είναι μια φάρσα.
Θα μπορούσαν να αναρωτηθούν τι συνεπάγεται για τις δικές τους επενδύσεις στην αναζήτηση και την παραγωγή ορυκτών καυσίμων εάν οι αξιωματούχοι αποφασίσουν τελικά να αφήσουν τα λόγια και να προχωρήσουν στην πράξη αναφορικά την επιστήμη της κλιματικής αλλαγής; Ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τις επιχειρήσεις που έχουν σήμερα αποθέματα και επενδύουν για τον εντοπισμό και την αύξηση της παραγωγής τους; Μπορεί όλες αυτές οι δαπάνες να αποδειχθούν καταστροφική σπατάλη πόρων που θα μπορούσαν να είχαν τοποθετηθεί αλλού;
Η έκθεση “Unburnable Carbon” που έγινε από τη μη κυβερνητική οργάνωση Carbon Tracker, το Ερευνητικό Ινστιτούτο Gratham για την Κλιματική Αλλαγή και το London School of Economics εγείρει αυτό ακριβώς το ερώτημα. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι πολύ απλό: Η καύση των γνωστών σήμερα αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων δεν είναι συμβατή με την επίτευξη των κλιματικών στόχων που έχουν θέσει οι ίδιες οι κυβερνήσεις. Τούτο δοθέντος, οι συνετοί επενδυτές θα πρέπει να αναθεωρήσουν πτωτικά τόσο την αξία αυτών των αποθεμάτων όσο και τις αποδόσεις των νέων επενδύσεων σε αυτό τον κλάδο. Είναι πιθανό μεγάλο μέρος αυτών των επιπλέον δαπανών να αποδειχθεί ατελέσφορο. Στη χειρότερη περίπτωση, η αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων θα εκημδενιστεί.
Το 2010, οι κυβερνήσεις συμφώνησαν ότι οι εκπομπές αερίων θα πρέπει να τηρούνται σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ώστε να αποτραπεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη περισσότερο από 2 βαθμούς κελσίου. Η έκθεση καταλήγει ότι οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα την περίοδο 2013 – 2050 χρειάζεται να περιοριστούν στους 900 γιγατόνους για να υπάρχει πιθανότητα 80% να επιτευχθεί ο στόχος και στους 1.075 γιγατόνους για να υπάρχει πιθανότητα 50%. Στη συνέχεια, την περίοδο 2050 μέχρι 2100, θα μπορούσαν να υπάρξουν επιπλέον εκπομπές 75 γιγατόνων για να υπάρχει 80% πιθανότητα να μην ξεπεραστεί ο στόχος των 2 βαθμούς κελσίου και 475 γιγατόνων για πιθανότητα 50%.
Η δέσμευση και η αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα θα βοηθούσε, αλλά όχι πολύ. Για να μειωθούν οι ετήσιες εκπομπές αερίων διοξειδίου του άνθρακα κατά 8 γιγατόνους το 2050 χρειάζονται σχεδόν 3.800 τέτοιες εγκαταστάσεις. Ακόμη κι έτσι όμως, απαιτείται απότομη μείωση των εκπομπών.
Σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας (World Energy Outlook) του 2012, εάν καούν χωρίς δέσμευση και αποθήκευση τα υπάρχοντα αποθέματα ορυκτών καυσίμων, θα απελευθερώσουν εκπομπές αερίων 2.860 γιγατόνων, σχεδόν τρεις φορές τον παγκόσμιο προϋπολογισμό άνθρακα. Εάν καούν μόνο αυτά τα αποθέματα, τότε η μέση θερμοκρασία του πλανήτη θα ανέβει κατά τουλάχιστον 3 βαθμούς κελσίου.
Τι μπορεί να σημαίνει αυτό όμως, για τις εισηγμένες επιχειρήσεις ανά τον κόσμο; Τώρα έχουν αποθέματα που αντιστοιχούν σε εκπομπές 762 γιγατόνων – σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου. Το υπόλοιπο ανήκει σε μη εισηγμένες εταιρείες, κυρίως σε κρατικές πετρελαϊκές επιχειρήσεις. Οι εισηγμένες εταιρίες επίσης αναζητούν την ανάπτυξη πιθανών αποθεμάτων, ώστε να αυξηθούν τα συνολικά τους αποθέματα στους 1.500 γιγατόνους. Με αυτό τον όγκο, θα υπάρξει υπέρβαση των ορίων στις εκπομπές αερίων μέχρι το 2050 που απαιτούνται για να μείνει η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κάτω από τους 3C με πιθανότητα μόλις 50%. Κατά συνέπεια, θα υπάρξει 50% πιθανότητα ότι η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας θα είναι μεγαλύτερη. Οι εισηγμένες επιχειρήσεις όμως, δεν είναι μόνες. Οι κρατικές επιχειρήσεις επίσης παράγουν.
Εάν αντιθέτως, στις εισηγμένες εταιρείες ανατεθεί το ένα τέταρτο του παγκόσμιου προϋπολογισμού εκπομπών άνθρακα, αντίστοιχα με το ποσοστό τους στα παγκόσμια αποθέματα, δεν θα μπορούν να εκμεταλλευθούν περισσότερο από το ένα τρίτο των υφιστάμενων αποθεμάτων των 762 γιγατόνων, πόσο μάλλον των νέων αποθεμάτων, προκειμένου να περιοριστεί η αύξηση της μέσης της θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς κελσίου. Οι εισηγμένες επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν ούτε το ήμισυ των αποθεμάτων τους ακόμη κι αν το όριο γίνει πιο γενναιόδωρο.
Τα νούμερα δεν βγαίνουν. Κάπου θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση. Είτε ο πλανήτης θα εγκαταλείψει τη δέσμευση για διατήρηση των εκπομπών σε επίπεδο χαμηλότερο από ότι χρειάζεται για να διατηρηθεί σχεδόν σταθερή η μέση θερμοκρασία ή τα περιουσιακά στοιχεία των εισηγμένων εταιρειών θα παγιδευτούν και οι επενδύσεις τους θα αποδειχθούν άχρηστες. Είναι σαφές ότι οι επενδυτές ποντάρουν στο πρώτο σενάριο.
Οι πετρελαϊκές επιχειρήσεις γνωρίζουν το θέμα πολύ καλά. Απαντώντας στην κριτική, η ExxonMobil δηλώνει πως δεν βλέπει σενάριο χαμηλών εκπομπών άνθρακα παρόμοιο με εκείνο που υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές της κλιματικής αλλαγής. Πιστεύει πως το κόστος που αυτό συνεπάγεται και «ο καταστροφικός αντίκτυπος στην προσβάσιμη, αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή ενέργεια που θα προκύψει από την αλλαγή πολιτικής είναι πέρα από ότι αυτές οι κοινωνίες και ειδικότερα οι φτωχότερες και πιο ευάλωτες, θα μπορούσαν να αντέξουν». Αντιθέτως, η ExxonMobil εκτιμά ότι η ροή των εκπομπών αερίου θα αρχίσει να επιβραδύνεται από το 2030. Δεν δίνει όμως, προβλέψεις για τη συγκέντρωση αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Επίσης δεν απευθύνεται στις συνέπειες που θα υπάρξουν από αυτές.
Η εξήγηση που δίνει η ExxonMobil για την αισιοδοξία της αναφορικά με τη ζήτηση ορυκτών καυσίμων είναι η αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια και η αδράνεια του παγκόσμιου συστήματος ενέργειας. Αν και η παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας προβλέπεται ότι θα αυξηθεί με ρυθμό ταχύτερο από ότι οι άλλες πηγές, η δυναμική της περιορίζεται από τις προκλήσεις που παρουσιάζονται στην «κλίμακα, τη γεωγραφική διασπορά και του κόστους συγκριτικά με άλλες πηγές ενέργειας». Η ExxonMobil εκτιμά ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα αποτελούν μόλις το 5% του ενεργειακού μείγματος το 2040.
Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται, λοιπόν, σε μία θέση με πολλές αντιφάσεις. Οι κυβερνήσεις έχουν δεσμευθεί σε μία συγκεκριμένη οπτική για τους κινδύνους που εγκυμονεί η κλιματική αλλαγή. Αυτή οπτική επιβάλει επανάσταση στο ενεργειακό μείγμα και αντίστοιχα άμεση μείωση στις εκπομπές αερίων. Οι μεγάλοι ενεργειακοί παραγωγοί όμως, δεν πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις θα υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους. Βλέπουν ένα πολύ διαφορετικό μέλλον για την ενέργεια χωρίς επαναστάσεις, με καύση των αποθεμάτων που τώρα έχουν και εκείνων που σκοπεύουν να αναπτύξουν.
Οι επενδυτές καλούνται να μαντέψουν ποιο από τα δύο σενάρια είναι το σωστό. Πιστεύω ότι η ανθρωπότητα βάζει επικίνδυνα στοιχήματα στο καζίνο του κλίματος. Και νομίζω πως είναι πιθανό η ανθρωπότητα να συνεχίσει με τα επικίνδυνα στοιχήματα. Σε αυτή την περίπτωση θα δικαιωθεί η ExxonMobil. Είναι όμως, πάντα πιθανό να ξυπνήσει η ανθρωπότητα και να κάνει τις απαιτούμενες επενδύσεις άμεσα, καθοδηγούμενη από τη μαγεία της αγοράς και την τεχνολογική καινοτομία. Εάν γίνει κάτι τέτοιο, τότε πράγματι τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων θα χάσουν την αξία τους. Οι επενδυτές να είστε προσεκτικοί: ο κίνδυνος δεν μπορεί να είναι μηδενικός.
© The Financial Times Limited 2014. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation