Εθνικές κυβερνήσεις vs οίκων αξιολόγησης

Ενώ οι αγορές προετοιμάζονται για πιθανή υποβάθμιση της Ελλάδας από την S&P, ο κ. Παπακωνσταντίνου ασκεί κριτική εναντίον της Moody's. Διάχυτη νευρικότητα καθώς οι εκδόσεις ομολόγων διεθνώς άγγιξαν τα $8 τρισ.

  • Richard Milne και David Oakley
Εθνικές κυβερνήσεις vs οίκων αξιολόγησης
Ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου έχει πολλά μέτωπα ανοιχτά αυτήν την περίοδο. Τις τελευταίες ημέρες ο υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων ύψους 50 δισ. ευρώ, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει τη μάχη ενάντια στο χρόνιο πρόβλημα των αδύναμων εσόδων από την εφορία και παλεύει κατά της εκτίμησης των επενδυτών για επικείμενη χρεοκοπία.

Αυτόν τον μήνα, όμως, βρήκε τον χρόνο να δημοσιεύσει μία ασυνήθιστη δισέλιδη κριτική ενάντια στη Moody's, τον αμερικανικό οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης, για την απόφασή του να υποβαθμίσει την Ελλάδα στο ίδιο επίπεδο με την ανταγωνίστρια Standard & Poor's: "Β1" ή "Β+". Η Αθήνα χαρακτήρισε την κίνηση αδικαιολόγητη και ακατανόητη.

Το πιο βιτριολικό μέρος του κειμένου ήταν το τέλος: "Η υποβάθμιση του ελληνικού χρέους της Ελλάδας από τη Moody's αποκαλύπτει περισσότερα ως προς τα κίνητρα και την έλλειψη υπευθυνότητας των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης απ' ό,τι για τις γνήσιες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Έχοντας αστοχήσει εντελώς ως προς τη δημιουργία του κινδύνου που οδήγησε στη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, οι οίκοι αξιολόγησης ανταγωνίζονται πλέον αλλήλους στο ποιος θα αναγνωρίσει πρώτος κινδύνους που θα οδηγήσουν στην επόμενη κρίση".

Η κρίση κρατικού χρέους της Ευρώπης κλιμακώνεται και πάλι καθώς η Πορτογαλία είναι ακόμη πιο κοντά στο να ακολουθήσει την τύχη της Ελλάδας και της Ιρλανδίας στον μηχανισμό διεθνούς στήριξης. Για τον κ. Jim Reid, αναλυτή της Deutsche Bank, το κρατικό χρέος ανά τον κόσμο "είναι ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας σε μία σειρά φούσκες".
 
Κατά συνέπεια, δεν προκαλεί έκπληξη ότι γίνεται μάχη ανάμεσα σε εθνικές κυβερνήσεις και οίκους αξιολόγησης. Η μάχη εξελίσσεται από τη μία πλευρά με τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις -η Ιαπωνία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ελλάδα είναι από τις χώρες που υπέστησαν υποβαθμίσεις φέτος- και από την άλλη μέσω των αυστηρότερων κανόνων για τον κλάδο. Τόσο η Ευρώπη όσο και οι ΗΠΑ επέβαλαν νέους κανόνες για τους οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι αρχικά δέχτηκαν τις μεταρρυθμίσεις. Οι νέες προτάσεις των Βρυξελλών, όμως, οι οποίες περιλαμβάνουν προθεσμία 72 ωρών στις κυβερνήσεις για οποιαδήποτε υποβάθμιση, έχουν κρούσει και πάλι τον κώδωνα του κινδύνου.

Το αποτέλεσμα θα έχει σημαντικές επιπτώσεις για τις κυβερνήσεις και τους επενδυτές διεθνώς. Οι κυβερνήσεις είναι οι μεγαλύτεροι πιστολήπτες των διεθνών κεφαλαιαγορών, καθώς το 2009 εξέδωσαν τίτλους που ξεπερνούν τα 8 τρισ. δολ. -αυτό αντιστοιχεί στο 62% της συνολικής αξίας των χρεογράφων-, σύμφωνα με τη Moody's. Και δεν είναι μόνο το δανειακό βάρος των χωρών της περιφέρειας στην Ευρώπη που προκαλεί ανησυχία. Ορισμένοι επενδυτές ήδη σκέφτοναι για το μέλλον και των μεγαλύτερων δυτικών οικονομιών όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία.

"Η ένταση ανάμεσα στις κυβερνήσεις και στους οίκους αξιολόγησης μακροπρόθεσμα θα είναι παράγοντας ανησυχίας για τους επενδυτές, ειδικότερα για τις ανεπτυγμένες οικονομίες - συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ", δηλώνει ο κ. David Leduc της αμερικανικής επενδυτικής Standish.

Μετά τις κατηγορίες για πολύ μαλακή αντιμετώπιση των παραγόντων που οδήγησαν στη χρηματοοικονομική κρίση, τώρα οι οίκοι αξιολόγησης κατηγορούνται από τις κυβερνήσεις πως είναι πολύ αυστηροί. "Υπάρχει μία ειρωνεία σε αυτό το σημείο", αναφέρει ο κ. Nick Gartside της JP Morgan Asset Management.

Μέρος της κριτικής αφορά στο γεγονός πως οι οίκοι αξιολόγησης πληρώνονται από τους εκδότες ομολόγων, γεγονός που δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων, η οποία διατήρησε τις αξιολογήσεις σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Οι περισσότερες κυβερνήσεις, όμως, επίσης πληρώνουν για τις δικές τους αξιολογήσεις, περιορίζοντας έτσι τον αντίκτυπο (ορισμένες κυβερνήσεις όπως η Γερμανία δεν πληρώνουν, αλλά αξιολογούνται από τους οίκους γιατί είναι πολύ σημαντικές για την αγορά).

Η κριτική για τους οίκους αξιολόγησης δεν είναι κάτι νέο. Στέλεχος της S&P, μάλιστα, επισήμανε: "Κανείς δεν διαμαρτύρεται ποτέ όταν αναβαθμίζεται". Ο κ. Jacques Cailloux, επικεφαλής οικονομικός αναλυτής για την Ευρώπη της RBS, θυμίζει την ασιατική οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1990. "Η συζήτηση για τους οίκους αξιολόγησης ήταν παρόμοια μετά την ασιατική κρίση. Δεν φαίνεται να έχουμε προχωρήσει από τότε, γεγονός που ενδεχομένως υπογραμμίζει τη δυσκολία στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος".

Η συζήτηση, όμως, αποκτά πλέον πιο άγριες διαστάσεις. Μετά την πρόσφατη υποβάθμιση της Ισπανίας, ο κ. Jean-Claude Junker, πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, που προεδρεύει του Eurogroup, δήλωσε πως δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος με τον ρόλο των οίκων αξιολόγησης. Ο κ. Παπακωνσταντίνου, από την πλευρά του, δηλώνει: "Οι οίκοι αξιολόγησης αντιδρούν στις αγορές και στη συνέχεια οι αγορές αντιδρούν στους οίκους. Έχουμε έναν φαύλο κύκλο".
 
Ο κ. Gary Jenkins της Evolution Securities επισημαίνει ότι η Moody's υποβάθμισε την Ελλάδα κατά 9 βαθμίδες μέσα σε διάστημα 440 ημερών.
Αντίθετα, αναφέρει το μέσο χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποια επιχείρηση παραμένει σε μία βαθμίδα αξιολόγησης και καταλήγει στο ότι  η υποβάθμιση τέτοιου μεγέθους θα διεξαγόταν μέσα σε 35 χρόνια. "Κανενός η πιστοληπτική αξιολόγηση, είτε πρόκειται για κράτος είτε για επιχείρηση, δεν αλλάζει τόσο γρήγορα" τονίζει η κ. Colleen Denzler της Janus Capital Management.

Άλλοι επενδυτές, ωστόσο, διαμαρτύρονται ότι οι οίκοι αξιολόγησης κινούνται πολύ αργά, υποστηρίζοντας ότι οι αξιολογήσεις της αγοράς, που προκύπτουν από τις κινήσεις των τιμών των ομολόγων ή των CDSs, είναι πιο γρήγορες χρονικά. "Είναι κοινώς αποδεκτό ότι τα spreads των ομολόγων και τα CDSs προπορεύονται των οίκων αξιολόγησης τις περισσότερες φορές και οι παίκτες της αγοράς το γνωρίζουν αυτό", αναφέρει ο κ. Steven Major, επικεφαλής ανάλυσης για τοποθετήσεις σταθερού εισοδήματος της ΗSBC.

Για παράδειγμα, το επιπλέον κόστος για τον δανεισμό της Ελλάδας σε σχέση με αυτό της Γερμανίας για τα πενταετή ομόλογα ανέρχεται στο 13%, που αντιστοιχεί σε πιθανότητα χρεοκοπίας για το συγκεκριμένο διάστημα της τάξεως του 67%, σύμφωνα με την JP Morgan. Αντιθέτως, το ιστορικό ποσοστό πιθανοτήτων χρεοκοπίας στην πενταετία, όπως προκύπτει από την αξιολόγηση "Β1" της Moody's, για την Ελλάδα, είναι μόλις 20%.

Οι οίκοι αξιολόγησης υποστηρίζουν ότι το γεγονός πως υπάρχει σύγκρουση για το εάν κινούνται πολύ αργά ή πολύ γρήγορα σημαίνει πως κινούνται σωστά. Ο κ. David Beers, επικεφαλής κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης της S&P, δηλώνει πως τα spreads των ομολόγων και τα CDSs συχνά υπερεκτιμούν ή υποεκτιμούν καταστάσεις.

Ένα θέμα, όμως, στο οποίο όλες οι πλευρές συμφωνούν είναι πως θα πρέπει να μειωθεί η εξάρτηση από τους οίκους αξιολόγησης. Τα τραπεζικά κεφάλαια, οι κανόνες ασφάλισης όπως επίσης και οι δείκτες δανείων συχνά στηρίζονται στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Ακόμα και οι ίδιοι οι οίκοι θέλουν να μειωθεί αυτή η εξάρτηση, αν μη τι άλλο γιατί κινδυνεύουν με αγωγές από ανθρώπους που τους εμπιστεύτηκαν υπερβολικά.

Η σημασία των οίκων αξιολόγησης όμως είναι μάλλον απίθανο να αποδυναμωθεί σύντομα. Οι επενδυτικοί όμιλοι και ορισμένες κεντρικές τράπεζες δεν έχουν το εργατικό δυναμικό για να καλύψουν το κενό και να αναλάβουν μόνοι τους την έρευνα πιστοληπτικής αξιολόγησης. Ακόμα και η Pimco, ο μεγαλύτερος επενδυτής ομολόγων στον κόσμο, δηλώνει ότι μπορεί να κάνει έρευνα μόνο για τις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει πως οι χώρες της περιφέρειας και άλλες οικονομίες της ευρωζώνης -ακόμη και εάν πρόκειται για κάποιες με υψηλή αξιολόγηση όπως η Φινλανδία ή η Ολλανδία- μπορεί να βγουν από το επενδυτικό δίχτυ της Pimco.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην τρέχουσα διαμάχη και σε εκείνες του παρελθόντος είναι πως οι κυβερνήσεις δεν μένουν στην κριτική, αλλά θέτουν και νέους κανόνες. Στην Ευρώπη τους τελευταίους μήνες προτείνονται νέα μέτρα όπως η αστική ευθύνη των οίκων και οι κανόνες για την ενίσχυση του ανταγωνισμού σε έναν κλάδο όπου πρωτοστατούν τρεις οίκοι. "Είμαι υπέρ οποιασδήποτε κίνησης βελτιώνει τη διαφάνεια και οδηγεί σε περισσότερο ανταγωνισμό για τους οίκους", δηλώνει ο κ. Παπακωνσταντίνου.

Οι επενδυτές, επίσης, ανησυχούν μήπως οι οίκοι αξιολόγησης διστάσουν να προβούν σε υποβαθμίσεις ώστε να μην πυροδοτήσουν μεταρρυθμιστικές αντιδράσεις από τις κυβερνήσεις.
"Κινούνται σε μία λεπτή γραμμή. Εάν εκνευρίσουν πολύ τις κυβερνήσεις, μπορεί να βρεθούν ενώπιον νέων κανόνων", δηλώνει ο κ. Dan Morris, της JP Morgan Asset Management.

Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι. Μετά την υποβάθμιση της Πορτογαλίας, της Ελλάδας και της Ισπανίας από τη Moody's, αυτόν τον μήνα, η S&P την Παρασκευή υποβάθμισε την Πορτογαλία και προειδοποίησε για νέα υποβάθμιση. Οι αγορές προετοιμάζονται για πιθανή υποβάθμιση της Ελλάδας και από την S&P καθώς ο οίκος ανησυχεί για την επιβολή ζημιών για τους ιδιώτες ομολογιούχους στο πλαίσιο του νέου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης.

Οι οίκοι αξιολόγησης επιμένουν ότι ως προς τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις θα κινούνται όπως οφείλουν και αμέσως. Οι πολιτικές πιέσεις όμως αναμένεται να ενταθούν. Ο κ. Παπακωνσταντίνου πιστεύει ότι οι οίκοι ανταγωνίζονται αλλήλους για το ποιος θα είναι ο πιο απαισιόδοξος. Τέτοιες δηλώσεις προκαλούν ανησυχία στους ανεξάρτητους παρατηρητές.


© The Financial Times Limited 2011. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο