Σε ποιον ανήκει το δάνειό σας;

Την τελευταία 10ετία, ένα διαρκώς αυξανόμενο κομμάτι εταιρικών χρεών στην Ευρώπη φεύγει από τα χέρια παραδοσιακών ”παικτών” όπως οι τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία και περνάει σε διαχειριστές όπως τα hedge funds, που συναλλάσσονται τα δάνεια με ιλλιγγιώδεις ρυθμούς, κυνηγώντας ψυχρά την επενδυτική αξία και έχοντας στο πλευρό τους μια αμερικανικού τύπου δικανική προσέγγιση για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους.

του Gillian Tett

Όταν η Eurotunnel επέβαλε για πρώτη φορά πρόγραμμα οικονομικής αναδιοργάνωσης πριν από 10 χρόνια, η διοίκηση του φορέα του τούνελ της Μάγχης ήρθε αντιμέτωπη με μια ομάδα από διεθνείς τραπεζίτες. Οίκοι όπως η HSBC και η Calyon, που είχαν αρχικώς διαθέσει τα δάνεια για το κολοσσιαίο έργο, θα αποφάσιζαν τώρα για την τύχη του ομίλου.

Φέτος το καλοκαίρι η Eurotunnel βρίσκεται στα πρόθυρα νέας οικονομικής κρίσης, αλλά πλέον λειτουργεί σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Κατά την τελευταία δεκαετία οι τράπεζες έχουν διακριτικά πουλήσει σχεδόν όλα τα χρέη (ανέρχονται στα 6,4 δισ. ευρώ) σε hedge funds και άλλους επενδυτές.

Αυτό σημαίνει ότι είναι αυτά τα ”σκληρόκαρδα” κεφάλαια, στα οποία περιλαμβάνονται διάσημα ονόματα όπως το Soros group, που θα πρέπει να δώσουν την έγκρισή τους στα επόμενα σχέδια αναδιοργάνωσης της Eurotunnel.

Αυτή η μεταβολή αντικατοπτρίζει μια πολύ ισχυρότερη και ανάλογη μεταμόρφωση που δρομολογείται στην Ευρώπη, η οποία ξεκίνησε από το Λονδίνο και μεταδίδεται στην υπόλοιπη ήπειρο. Τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι των εταιρικών χρεών έχει φύγει από τα χέρια παραδοσιακών ”παικτών” όπως οι τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία και έχει περάσει σε οίκους όπως τα hedge funds.

Οι επιπτώσεις αυτής της μεταστροφής δεν είναι ευδιάκριτες στο ευρύτερο κοινό, κυρίως επειδή στην Ευρώπη έχει αρκετά χρόνια να εκδηλωθεί κύκλος αναδιοργάνωσης σε ευρύ κλαδικό επίπεδο και επειδή τα hedge funds απεχθάνονται τη δημοσιότητα.

Όμως, οι πρόσφατες αναδιοργανώσεις επιχειρήσεων όπως η British Energy, η MyTravel, η Parmalat και η KarstadtQuelle, λόγου χάρη, έγινε σαφές ότι είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο των παραδοσιακών τραπεζών. Και αυτά τα παραδείγματα θα πολλαπλασιαστούν τα επόμενα χρόνια, ειδικά καθώς το κόστος δανεισμού θα αυξηθεί από τα τρέχοντα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, προκαλώντας περαιτέρω αναδιοργάνωση, με βαριές επιπτώσεις για τους επενδυτές, τις ρυθμιστικές αρχές και τις επιχειρήσεις.

Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες υπήρχε σαφής διάκριση μεταξύ των ποικίλων εργαλείων που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι επιχειρήσεις για να συγκεντρώσουν κεφάλαια και των επενδυτών που τα αγόραζαν. Για παράδειγμα, το χρηματιστήριο έτεινε να προσελκύει ιδιώτες επενδυτές και συνταξιοδοτικά ταμεία, ενώ η αγορά ομολόγων συγκέντρωνε τους ασφαλιστικούς ομίλους. Πολλές εταιρίες, ειδικά στην ηπειρωτική Ευρώπη, συγκέντρωναν τα περισσότερα κεφάλαιά τους από τραπεζικά δάνεια.

Όμως αυτές οι διαχωριστικές γραμμές έχουν πια ξεθωριάσει. Κι αυτό οφείλεται εν μέρει στην αυξημένη επιρροή των αμερικανικών hedge funds στην Ευρώπη. Στην αρχή αυτά τα κεφάλαια ήλπιζαν να αντιγράψουν τη λειτουργία που είχαν ήδη επιτυχώς αναπτύξει στις ΗΠΑ: να αγοράζουν ομόλογα σε προβληματικές επιχειρήσεις προκειμένου να εκβιάσουν διοικητικές μεταβολές με στόχο να αυξήσουν την αξία της επιχείρησης.

Συνεκδοχικά, στο πρώτο κύμα τα Ταμεία αγόρασαν κυρίως μετοχές και ομόλογα προβληματικών εταιριών. Πιο πρόσφατα, τα hedge funds έχουν εισέλθει στην αγορά δανείων μαζικά, δανείζοντας απευθείας στις προβληματικές εταιρίες και αγοράζοντας τα υπάρχοντα τραπεζικά δάνεια.

Οι επιπτώσεις είναι εκπληκτικές. Το 2000 οι θεσμικοί επενδυτές, κυρίως τα hedge funds ή οι διαχειριστές ταμείων χρεογράφων, αντιστοιχούσαν στο 6,75% μόλις της πρωτογενούς ευρωπαϊκής πιστωτικής αγοράς, σύμφωνα με τα στοιχεία της Standard & Poor’s. Σήμερα εκπροσωπούν το 35% της εν λόγω αγοράς. Και τα ποοστά είναι πολύ υψηλότερα, κάπου στο 50% με 60%, για τη δευτερογενή αγορά συναλλαγών πιστώστεων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Fitch Ratings.

Οι παρατηρητές εκτιμούν ότι τα μεγέθη θα διογκωθούν περαιτέρω. Γιατί, ενώ αυτές οι πωλήσεις δανείων ήταν κάποτε ταμπού για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, ειδικά στη Γερμανία και την Ιταλία, η ρυθμιστική και λογιστική μεταρρύθμιση αλλάζει τις απόψεις.

Οι επικείμενες ρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα της Βασιλείας ΙΙ για την κεφαλαιακή επάρκεια, καθιστούν πολύ ακριβότερο για τις τράπεζες το να διατηρήσουν το δανεισμό σε προβληματικούς δανειολήπτες, που σημαίνει ότι έχουν περισσότερα κίνητρα να πουλήσουν.

Για πολλούς Ευρωπαίους πολιτικούς και διευθυντές επιχειρήσεων, ειδικά στη Γαλλία και τη Γερμανία, η ιδέα των επιθετικών hedge funds να αγοράζουν μερίδια σε εταιρίες προκαλεί μεγάλες ανησυχίες.

Θεωρείται επίθεση στον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Πέρα από αυτές τις ανησυχίες, υπάρχει και ένα πρακτικό πρόβλημα: οι νόμοι και κανόνες περί αναδιοργάνωσης που ισχύουν στην Ευρώπη κατά κανόνα δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν σε συναλλαγές με τη νέα αυτή επενδυτική βάση.

Δημιουργήθηκαν με βάση το σκεπτικό ότι η αναδιοργάνωση ή η ρευστοποίηση δρομολογούνταν για να ανακτηθεί αξία προς όφελος των τραπεζών και οι κάτοχοι ομολόγων ή μετοχών έπαιρναν ό,τι έμενε. Θεωρούσαν επίσης δεδομένο ότι οι δανειστές ήταν τμήμα μιας συγκεκριμένης, μικρής ομάδας, της οποίας τα μέλη θα συνεργάζονταν μεταξύ τους για το πρόγραμμα αναδιοργάνωσης, συχνά με ανεπίσημες συμφωνίες που κλείνονταν χωρίς ένδικα μέσα.

Αυτά όμως δεν ισχύουν σε έναν κόσμο όπου το κλαμπ των τραπεζιτών αντικαθίσταται από hedge funds που συναλλάσσονται τα χρέη με ιλλιγγιώδεις ρυθμούς, κυνηγώντας ανάλγητα την επενδυτική αξία και έχοντας στο πλευρό τους μια αμερικανικού τύπου δικανική προσέγγιση για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους.

© The Financial Times Limited 2005. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο