Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ALTEC – MICROLAND COMPUTERS: Διευκρινίσεις για ελέγχους του ΣΔΟΕ

ALTEC – MICROLAND COMPUTERS: Διευκρινίσεις για ελέγχους του ΣΔΟΕ

Οι εταιρίες ”ALTEC ΑΒΕΕ” και ”MICROLAND COMPUTERS ΑΕΒΕ” με επιστολή τους προς το Χ.Α. ανακοινώνουν τα ακόλουθα: ”Στις 23-4-2003 απεστάλη στον τύπο ”Δελτίο Τύπου”, προερχόμενο από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Από το έγγραφο αυτό απουσίαζαν οι πληροφορίες και τα τυπικά στοιχεία που διακρίνουν τα δημόσια έγγραφα. Διετύπωνε παρά ταύτα σε βάρος των εταιρειών μας βαρύτατες κατηγορίες για φορολογικές παραβάσεις. Οι συγκεκριμμένες κατηγορίες, αν και παντελώς αβάσιμες, εμφανίζονταν να αποτυπώνουν τα συμπεράσματα του πραγματικού ελέγχου του ΣΔΟΕ, την στιγμή κατά την οποία ακόμη και σήμερα δεν έχει συνταχθεί η απαιτούμενη προς τούτο ”Έκθεση Ελέγχου”. Την επομένη της δημοσίευσης της ανακοίνωσης του ΣΔΟΕ (24-4-2003), με απόφαση του Προέδρου του Χρηματιστηρίου Αθηνών ανεστάλη για μία ημέρα η διαπραγμάτευση των μετοχών των εταιρειών μας, ώστε να καταστεί εφικτή η ενημέρωση του επενδυτικού κοινού σχετικά με τα δημοσιευθέντα. Οι εταιρείες μας, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του Προέδρου, προέβησαν στις αναγκαίες ανακοινώσεις σύμφωνα με τις οποίες αμφισβητήσαμε εντόνως την πιστότητα του περιεχομένου του δελτίου τύπου, αρνηθήκαμε κατηγορηματικά τις σχετικές κατηγορίες, και δώσαμε τις απαραίτητες εξηγήσεις σχετικά με τα εμφανιζόμενα ως συμπεράσματα της υπηρεσίας. Παρόλα ταύτα, την αμέσως επόμενη ημέρα, 25-4-2003, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακοίνωσε ότι σε έκτακτη συνεδρίασή της απεφάσισε την υποβολή αίτησης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για τον διορισμό Ελεγκτών στις εταιρείες μας. Θεωρήσαμε λοιπόν αφενός ότι η απόφαση αυτή ελήφθη με γνώμονα την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος της προστασίας του επενδυτικού κοινού και του ειδικότερου της προστασίας των εταιρειών και των μετόχων μας, και αφετέρου ότι ο διορισμός Ελεγκτών, εφόσον δεν θα παρακώλυε την λειτουργία των εταιρειών μας, θα δημιουργούσε εκείνες τις συνθήκες σταθερότητας και εμπιστοσύνης, ώστε να πάψουν οι αμφισβητήσεις των εμπορικών μας συναλλαγών. Ανακοινώσαμε έτσι ότι με ικανοποίηση θα αποδεχόμασταν και θα συναινούσαμε σε ένα τέτοιο αίτημα. Κατά την εκδίκαση μάλιστα της σχετικής αιτήσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς την 12η-5-2003 υποβάλαμε και εγγράφως την συναίνεσή μας για τον διορισμό Ελεγκτών στις εταιρείες μας προς διερεύνηση των συγκεκριμένων αμφισβητούμενων από το ΣΔΟΕ συναλλαγών κατά την χρήση εντός της οποίας διενεργήθηκαν. Με το παρόν υπόμνημα όμως επιθυμούμε να αναπτύξουμε λεπτομερώς τις θέσεις των εταιρειών μας σχετικά με την αβάσιμη ανακοίνωση των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, εκτός όλων των λοιπών λόγων και προς ενημέρωση του επενδυτικού κοινού και των μετόχων μας. Η θέση των Εταιρειών: Η συγκεκριμένη ανακοίνωση εκδόθηκε σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο του σχετικού ελέγχου και εξαντλήθηκε σε υπόνοιες και υποψίες. Στην πραγματικότητα ο έλεγχος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και οι εταιρείες μας συνεχίζουν να προσκομίζουν φορολογικά έγγραφα και στοιχεία προς συνδρομή της διενεργούμενης έρευνας και σε πλήρη συνεργασία με τις ελεγκτικές υπηρεσίες του ΣΔΟΕ Για τον λόγο αυτό αρνηθήκαμε στο σύνολό τους τα συμπεράσματα, που περιλαμβάνονται στο επίμαχο δελτίο τύπου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εμφανίζει αβάσιμες κατηγορίες ως διαπιστώσεις του ελέγχου του ΣΔΟΕ Εξάλλου, οι εταιρείες μας έχουν ήδη προσκομίσει στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι μνημονευθείσες στην ως άνω ανακοίνωση συναλλαγές είναι απολύτως νόμιμες, πραγματικές και αδιαμφισβήτητες, χωρίς οιαδήποτε υπόνοια εικονικότητας, καθόσον εμπίπτουν πλήρως στο εμπορικό αντικείμενο των εταιρειών μας. Σε όλες μάλιστα τις ως άνω συναλλαγές οι εταιρείες μας δεν είχαν περιορισθεί απλώς στην έκδοση των απαιτούμενων φορολογικών στοιχείων (τιμολόγια, δελτία αποστολής, κ.λπ.), αλλά έχουν συναφθεί συμβάσεις, έχουν πληρωθεί οι πάσης φύσεως επιβαλλόμενοι φόροι (εισοδήματος, προστιθέμενης αξίας, κ.λπ.), έχουν εκδοθεί τα απαιτούμενα φορτωτικά έγγραφα και έχουν καταγραφεί οι εκτελωνιστικές εργασίες, έχουν υπογραφεί συμφωνίες αποθήκευσης και ασφάλισης προϊόντων, ενώ έχουν υποβληθεί και όλες οι απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις. Ο έλεγχος που διενεργήθηκε περιορίσθηκε εξ αρχής σε απλή επισκόπηση των βιβλίων και στοιχείων των εταιρειών μας και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να έχει ήδη καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με την βασιμότητα των συναλλαγών. Ο έλεγχος αυτός δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης, χωρίς την προσφυγή στην απαραίτητη ουσιαστική επαλήθευσή του. Η βεβιασμένη όμως ανακοίνωση των επίμαχων κατηγοριών εξέθεσε τον ίδιο τον έλεγχο. Έτσι, το δελτίο τύπου περιείχε ανακρίβειες και εσφαλμένα συμπεράσματα, πράγμα που αποδεικνύει ότι προηγείται των απαραίτητων ελεγκτικών επαληθεύσεων για τόσο σοβαρές κατηγορίες. Προφανέστατο σφάλμα, επί παραδείγματι, αποτελεί η ανακριβής αναφορά του δελτίου τύπου σε συγχώνευση των εταιρειών ”ALTEC” και ”ALTCOM”. Ακόμη ενδεικτικότερη περίπτωση αποτελεί η σύγχυση των εταιρειών ”ALTEC” και ”ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ A.E.”, με την θεώρησή τους ως συμμετέχουσες και εμπίπτουσες στον ίδιο όμιλο εταιρειών της ”ALTEC”, την στιγμή που δεν συνδέονται κατά κανένα απολύτως τρόπο. Επίσης, στην ίδια συγκεχυμένη αντίληψη των πραγματικών δεδομένων, που ελήφθησαν υπόψη, οφείλεται και η ανάμειξη στην ίδια στήλη των εταιρειών του ομίλου μας φυσικών προσώπων, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τις εταιρείες μας, συμμετοχική ή διοικητική. Εκτός όμως όλων αυτών των τυπικών σφαλμάτων, και το ίδιο το περιεχόμενο των διαπιστώσεων, όπως καταγράφονται στο δελτίο τύπου, είναι στο σύνολό του αβάσιμο και στηριγμένο αποκλειστικώς σε πρώιμες υπόνοιες ή αδιασταύρωτες υποψίες των ελεγκτικών οργάνων. Συγκεκριμένα: α) Πωλήσεις προϊόντων στην βελγική εταιρεία GENDOM. Διατυπώνεται ως διαπίστωση στην ανακοίνωση του ΣΔΟΕ ότι τα τιμολόγια πώλησης των εταιρειών μας προς την βελγική εταιρεία ”GENDOM” είναι εικονικά. Η εν λόγω αστήριχτη κατηγορία είναι ενδεικτική των κενών του ελέγχου, καθόσον η συγκεκριμένη υπόνοια στηρίζεται στην αδυναμία των ελεγκτικών οργάνων να επαληθεύσουν, όχι μόνον την εμπορική ύπαρξη των συναλλαγών, αλλά και την ύπαρξη της ίδιας της βελγικής εταιρείας. Συγκεκριμένα, οι υπηρεσίες του ΣΔΟΕ βασιζόμενες σε έγγραφο των βελγικών αρχών σύμφωνα με το οποίο η πρώτη χρήση της εταιρείας άρχισε την 1η-1-2001 θεώρησαν ότι δεν εδύνατο να έχει συσταθεί και να λειτουργεί νομίμως από πριν, διανύοντας την πρώτη της υπερδωδεκάμηνη χρήση. Στην εσφαλμένη λοιπόν υποψία ότι η εν λόγω εταιρεία δεν υφίστατο την περίοδο της έκδοσης ορισμένων φορολογικών στοιχείων στηρίχθηκε η αμφισβήτηση τιμολογίων πώλησης προϊόντων των εταιρειών μας ύψους περίπου 10 δισ. δρχ., που αφορούσαν συναλλαγές αποκλειστικώς εντός του έτους 2000, ενώ για τις επόμενες χρήσεις και μέχρι σήμερα οι συναλλαγές μας με την ίδια εταιρεία θεωρήθηκαν πραγματικές. Οι πωλήσεις μάλιστα προς την εταιρεία ”GENDOM” για το συγκεκριμένο έτος (2000) έχουν εξοφληθεί στο σύνολό τους, ενώ μέχρι σήμερα ο λογαριασμός ανάμεσα στις δύο πλευρές εξυπηρετείται κανονικά. Η εσφαλμένη όμως αμφισβήτηση οφείλεται στο γεγονός ότι το δελτίο τύπου προηγήθηκε της πλήρους διερεύνησης των συναλλαγών από τα ελεγκτικά όργανα, καθόσον ο έλεγχος των συγκεκριμένων στοιχείων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ενώ αναμένονται την στιγμή αυτή και οι επίσημες απαντήσεις και στοιχεία από τις αρμόδιες βελγικές φορολογικές αρχές. Οι εταιρείες μας έχουν ήδη προσκομίσει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η συγκεκριμένη βελγική εταιρεία συνεστήθη τον Νοέμβριο του έτους 2000 και προχώρησε σε έναρξη δραστηριότητας στις 16-11-2000, ενώ έλαβε από τις βελγικές φορολογικές αρχές τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου με αριθ. ΒΕ473312587. Η κοινοτική λοιπόν αυτή επιχείρηση εδύνατο κατά την χρονική στιγμή της έκδοσης των φορολογικών στοιχείων να πραγματοποιεί νομίμως και τυπικώς συναλλαγές, για τις οποίες άλλωστε έχουν υποβληθεί και οι σχετικές ενδοκοινοτικές δηλώσεις, έχει καταβληθεί ο οφειλόμενος φόρος εισοδήματος και προστιθέμενης αξίας και έχουν εντυπωθεί στο σύστημα καταγραφής των ενδοκοινοτικών παραδόσεων και αποκτήσεων, ”INTRASTAT”. Οι ίδιες αυτές συναλλαγές έχουν δηλωθεί και καταχωρηθεί και από την βελγική εταιρεία στις βελγικές φορολογικές αρχές. Οι εταιρείες μας έχουν ήδη προσκομίσει στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΣΔΟΕ όλα τα απαιτούμενα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται, όχι μόνον η ύπαρξη της βελγικής εταιρείας (νομιμοποιητικά έγγραφα, πιστοποιητικά κ.λπ.), αλλά και η ίδια η βασιμότητα των συναλλαγών της, τηρουμένων όλων των τυπικών απαιτήσεων (δηλώσεις ΦΠΑ της ”GENDOM”, τιμολόγια κ.λπ.),. Αναμένουμε πλέον από τους αρμόδιους ελεγκτές την αποκατάσταση της αλήθειας και την διάψευση των αβασίμων και παντελώς αδίκων κατηγοριών. β) Παράδοση υπηρεσιών στην Ρουμανία. Όλα τα φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια), η βασιμότητα των οποίων αμφισβητείται από την ανακοίνωση, αφορούν ουσιαστικές εμπορικές συναλλαγές με πραγματικό εμπορικό και οικονομικό αντικείμενο. Άλλωστε, η εταιρεία ”Essco Commodities Inc.” δεν είναι ”offshore” εταιρεία, αλλά έχει την νόμιμη έδρα στις Η.Π.Α. και εμπίπτει πλήρως στον φορολογικό έλεγχο της Πολιτείας. Οι συναλλαγές μας με την συγκεκριμένη εταιρεία διεκόπησαν μετά το έτος 2000 δεδομένου ότι δραστηριοποιηθήκαμε επιχειρηματικά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με θυγατρικές μας εταιρείες, οι οποίες ανέλαβαν το σύνολο σχεδόν των εκεί εμπορικών μας δραστηριοτήτων. Η συνεργασία μας πάντως με την συγκεκριμένη εταιρεία μάς προσέδωσε καλύτερη γνώση των τοπικών συνθηκών, μας προσέφερε ευκαιρίες σύνδεσης με εξειδικευμένες τοπικές επιχειρήσεις και μας επέτρεψε την διείσδυση στις συγκεκριμένες εθνικές αγορές. Οι εταιρείες μας όμως μέχρι και το έτος 2000 εκτός των συμβάσεων υπηρεσιών ύψους 4,5 δισ. δρχ., οι οποίες αμφισβητούνται ως εικονικές, έχει παραδώσει στην Ρουμανία για λογαριασμό της ίδιας εταιρείας προϊόντα, τα οποία ξεπερνούν σε αξία τα 6,5 δισ. δρχ. Τα προϊόντα αφορούσαν κυρίως εξοπλισμό πληροφορικής και επικοινωνιών, ενώ οι συνδεόμενες με αυτά υπηρεσίες αφορούσαν σχεδιασμό λύσεων, μελέτες ανάπτυξης και εγκατάστασης και κυρίως εξειδικευμένο λογισμικό. Η εξόφληση των πωλήσεων αυτών έχει συμφωνηθεί ότι ακολουθεί την πορεία εκτέλεσης των αντίστοιχων μεγάλων έργων πληροφορικής στην Ρουμανία. Στα έργα αυτά συμμετέχουμε σαν υπεργολάβοι των κυρίων αναδόχων, η δε εκτέλεσή τους αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2004, οπότε και βάσει των συμβάσεών μας θα έχει εκκαθαρισθεί και εξοφληθεί το σύνολο των οφειλομένων. Οι συγκεκριμένες δηλαδή κατηγορίες στερούνται ερείσματος στην λογική, αφού κατά την ανακοίνωση θεωρείται ότι εστάλησαν στην Ρουμανία προϊόντα πληροφορικής αξίας 6,5 δισ. δρχ., χωρίς καμία μελέτη εγκατάστασης, χωρίς σχεδιασμό απαιτήσεων, χωρίς λογισμικό, εφαρμογές και τις σχετικές άδειες χρήσης, καθώς και χωρίς καμία παροχή υπηρεσιών υποστήριξης των προϊόντων, η τιμολόγηση των οποίων θεωρείται εικονική. Μολονότι η ίδια η λογική ανάλυση των στοιχείων αφαιρεί κάθε υπόνοια εικονικότητας στις εν λόγω συναλλαγές, οι εταιρείες μας έχουν ήδη προσκομίσει και τα προβλεπόμενα φορολογικά στοιχεία και τις σχετικές συμβάσεις προμήθειας προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, αλλά και τις αναλυτικές τεχνικές τεκμηριώσεις και περιγραφές των αμφισβητούμενων υπηρεσιών. Χρονικός ορίζοντας εξελίξεων: Η επίλυση της οποιασδήποτε φορολογικής διαφοράς ήθελε γεννηθεί από τον έλεγχο που διενήργησε το ΣΔΟΕ προϋποθέτει την εξάντληση μιας χρονοβόρας δυστυχώς διαδικασίας, η οποία συντίθεται από αρκετά και διακριτά στάδια. Ακόμη δηλαδή και αν ήθελε επαληθευθεί η χειροτέρα για τις εταιρείες μας εκτίμηση και ο έλεγχος του ΣΔΟΕ προκαλέσει φορολογική διαφορά, τότε η διαδικασία επίλυσής της θα διαρκέσει μέχρι της περατώσεως κάθε διοικητικού και δικαστικού σταδίου ελέγχου. Συγκεκριμένα, μόλις συνταχθεί η έκθεση ελέγχου από τους αρμόδιους ελεγκτές του ΣΔΟΕ θα διαβιβαστεί υπηρεσιακώς στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Η ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, στην οποία υπάγονται οι εταιρείες μας, θα μελετήσουν τις αποσταλείσες εκθέσεις και τα συνημμένα αποδεικτικά έγγραφα. Εφόσον τα όργανα της υπηρεσίας διαπιστώσουν ότι από τις εκθέσεις αυτές και τα συνοδευτικά τους στοιχεία προκύπτουν ενδείξεις φορολογικών παραβάσεων, θα αποστείλουν τον σχετικό φάκελο στην αρμόδια Ελεγκτική Υπηρεσία. Για τις εταιρείες μας λόγω κύκλου εργασιών αρμόδιο προς έλεγχο είναι το Εθνικό Ελεγκτικό Κέντρο (ΕΘΕΚ). Αφού αποσταλεί ο πλήρης φάκελος στο ΕΘΕΚ, τότε θα ορισθούν αρμοδίως οι ελεγκτές του, οι οποίοι και θα αναλάβουν την διενέργεια τακτικού πλέον ελέγχου στις εταιρείες μας. Με την ολοκλήρωση του τακτικού ελέγχου οι ελεγκτές του ΕΘΕΚ θα συντάξουν έκθεση, τα πορίσματα της οποίας θα γνωστοποιηθούν στην αρμόδια για τις εταιρείες μας ΔΟΥ. Η Οικονομική Υπηρεσία με την σειρά της, εφόσον από τα πορίσματα του τυπικού ελέγχου προκύψουν φορολογικές παραβάσεις, οφείλει να προβεί στους σχετικούς καταλογισμούς φόρων και τυχόν προσαυξήσεων ή προστίμων. Από την έκδοση των καταλογιστικών του φόρου πράξεων εκκινείται το διοικητικό στάδιο επίλυσης της φορολογικής διαφοράς, το οποίο περιλαμβάνει αφενός την διοικητική αμφισβήτηση των πράξεων της φορολογικής αρχής και αφετέρου την απόπειρα φορολογικού συμβιβασμού. Εφόσον βέβαια επιτευχθεί ο φορολογικός συμβιβασμός, τότε θα διατυπωθεί από την φορολογική αρχή και τον φορολογούμενο από κοινού, αλλά εντός των κανονιστικών ορίων του νόμου, το ύψος της καταλογιζόμενης φορολογικής παράβασης καθώς και οι όροι εξόφλησής της. Εφόσον όμως η διοικητική αμφισβήτηση των καταλογισμών αποτρέψει την επίτευξη συμβιβαστικής επίλυσης της φορολογικής διαφοράς, τότε εκκινείται το στάδιο της προσφυγής στον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας των σχετικών πράξεων. Η δε προθεσμία και η άσκηση των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων αναστέλλει την εκτέλεση της καταλογιστικής πράξης για το μεγαλύτερο μέρος της φορολογικής οφειλής. Βέβαια, επιτρέπεται και η υποβολή διοικητικού ή δικαστικού αιτήματος για την αναστολή και του εναπομείναντος μικροτέρου τμήματος της οφειλής. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης δύναται να εξαντλήσει και τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσης (προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο και έφεση στο Διοικητικό Εφετείο), αλλά ενδεχομένως και να απαιτηθεί η συνδρομή και του αναιρετικού ελέγχου (μετά από αίτηση αναίρεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας). Επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση των εταιρειών: Μετά από την εξάντληση και του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των φορολογικών αρχών, εάν και εφόσον παραμένει ισχυρή φορολογική οφειλή, τότε αυτή πρέπει να εξοφληθεί. Ο τρόπος, ο χρόνος και η διάρκεια εξόφλησης προβλέπονται στο νόμο. Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση από τα μέχρι τώρα εισφερθέντα στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα στοιχεία έχει ήδη ανατραπεί το σύνολο των αυθαίρετων κατηγοριών, που περιέχονταν στην επίμαχη ανακοίνωση. Τα στοιχεία, που έχουμε ήδη προσκομίσει, όσα μπορούμε ακόμη να εισφέρουμε, εφόσον ζητηθούν ή απαιτηθούν, αλλά και ο ενδεχόμενος τακτικός φορολογικός έλεγχος επί των συγκεκριμένων χρήσεων, πιστεύουμε ότι θα αφαιρέσουν κάθε πιθανότητα στοιχειοθέτησης ακόμη και υποψίας εικονικότητας ή άλλης παράβασης στις συγκεκριμένες απολύτως διαφανείς συναλλαγές. Εάν βέβαια παρά ταύτα διαπιστωθεί οποιαδήποτε άλλη παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είναι επόμενο οι εταιρείες μας να μην ανησυχούν. Άλλωστε, η οικονομική τους ευρωστία παρέχει την απαραίτητη εξασφάλιση, αφού την βιωσιμότητα των εταιρειών μας δεν δύναται να απειλήσει ή να επηρεάσει ούτε καν η υποθετική περίπτωση της συνδρομής των ίδιων των αβασίμων υποψιών του δελτίου. Και τούτο, δύναται ευχερώς να συναχθεί και από τις δύο όψεις του ζητήματος. Συγκεκριμένα, η διαπίστωση και ο καταλογισμός οποιασδήποτε από τις καταγγελλόμενες παραβάσεις, πέρα από την επιβολή αυτοτελούς προστίμου, δεν δύνανται να συνεπιφέρει άλλη φορολογική κύρωση. Σε καμία δε περίπτωση δεν δύναται να προκαλέσει απόρριψη των βιβλίων της εταιρείας, καθόσον δεν υπάρχουν στοιχεία απόκρυψης εσόδων -το αντίθετο μάλιστα- ή μείωσης φορολογητέου εισοδήματος με δήλωση ανακριβών εξόδων. Εκτός όμως αυτού τα περιουσιακά στοιχεία και τα οικονομικά δεδομένα των επιχειρήσεών μας υποστηρίζουν μία οικονομική ευρωστία, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε φορολογική μεταχείριση των ζητημάτων αυτών χωρίς να ανησυχεί για την βιωσιμότητά της. Ενδεικτικά, σημειώνουμε ότι μόνον η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων των εταιρειών μας υπερβαίνει τα 14 δισ. δρχ. Οι συμμετοχές των επιχειρήσεών μας σε εισηγμένες εταιρείες προσεγγίζουν με σημερινή αποτίμηση τα 3 δις. δρχ., ενώ η αποτίμηση της λογιστικής και μόνον αξίας των συμμετοχών των εταιρειών μας σε μη εισηγμένες επιχειρήσεις ξεπερνά τα 10 δισ. δρχ. με πραγματική αξία τουλάχιστον υπερδιπλάσια. Επίσης, οι προθεσμιακές καταθέσεις των εταιρειών μας αυτή την στιγμή ξεπερνούν το ποσό των 4 δισ. δρχ., η αναπόσβεστη αξία των παγίων περιουσιακών στοιχείων μας φθάνει τα 4,5 δισ. δρχ., ενώ οι παραχωρήσεις και τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας υπολογίζονται σε 4 δισ. δρχ. Τέλος, τα οικονομικά μεγέθη των εταιρειών μας αποτελούν από μόνα τους εγγύηση για την αντοχή των επιχειρήσεών μας σε οποιασδήποτε φύσης εξωτερικούς παράγοντες. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δύο εταιρείες διαθέτουν ίδια κεφάλαια, τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ την χρηματιστηριακή τους αξία και ανέρχονται σε 48 δισ. δρχ. για την ALTEC και 4,6 δισ. δρχ. για την MICROLAND. Επειδή θεωρούμε ότι από τα στοιχεία που παραθέσαμε προκύπτει ότι: - οι βεβιασμένα ανακοινωθείσες κατηγορίες του επίμαχου δελτίου τύπου είναι αβάσιμες, - η διαδικασία διοικητικής και δικαστικής διευθέτησης μιας υποτιθέμενης φορολογικής διαφοράς εκτείνεται σε εξαιρετικά μακρό χρόνο, - τα οικονομικά μεγέθη των εταιρειών μας δεν επιτρέπουν, ακόμη και στην χειρότερη περίπτωση, αμφιβολίες για την βιωσιμότητά τους, και θεωρώντας ότι με τα στοιχεία αυτά καλύπτονται οι ανάγκες ολοκληρωμένης πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού και των μετόχων μας, σας παρακαλούμε όπως επανεξετάσετε την απόφασής σας περί της επ’ αόριστον αναστολής διαπραγμάτευσης των μετοχών των εταιρειών μας.”

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο