Η εξασφάλιση της σταδιακής αύξησης του πρωτογενούς πλεονάσματος για τα επόμενα χρόνια και η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, υποστηρίζει η Eurobank σε ανάλυσή της.
Όπως σημειώνει, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώνεται στο πλεόνασμα του 2013 δίνοντάς του υπερβολικά θετικές ή αρνητικές διαστάσεις. Το πρωτογενές πλεόνασμα αποτελεί δείκτη διαχείρισης των εσόδων και των δαπανών του δημοσίου.
Το 2009 ο συγκεκριμένος δείκτης έφθασε το -10,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2013 αναμένεται στο 0,4% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μια σημαντική επιτυχία που κρύβει πίσω από:
α) τη σημαντικότατη αύξηση των φορολογικών βαρών για τους «συνήθεις υπόπτους» (μισθωτούς και συνταξιούχους),
β) την καλύτερη οργάνωση - έλεγχο των δαπανών του δημοσίου (π.χ. καλύτερο έλεγχο των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης μέσω των σχετικών μεταρρυθμίσεων κτλ),
γ) την καλύτερη οργάνωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού μέσω της (πολύ καθυστερημένης) λειτουργίας της Γενικής Γραμματείας Εσόδων,
δ) την ορθολογικοποίηση της δομής του δημοσίου.
Για να εξασφαλισθούν η διατηρησιμότητα και η σταδιακή αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια απαιτείται επιπλέον προσπάθεια. Η προσπάθεια αυτή δεν μπορεί να επικεντρωθεί στην αύξηση της φορολογίας. Τα μέτρα αυτού του τύπου εξάντλησαν πλέον τις όποιες δυνατότητες είχαν.
Η προσπάθεια από εδώ και πέρα θα κριθεί:
• Στην ορθολογική χρήση των κεφαλαίων από το πλεόνασμα του 2013 που δεν θα κατευθυνθούν στη μείωση του χρέους.
• Στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.
• Στην ενίσχυση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, του ανταγωνισμού και των εξαγωγών.
• Στην ενίσχυση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.
Οι κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις υπάρχουν ήδη στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα. Η επιτάχυνση της εφαρμογής τους είναι απαραίτητη.
Η έξοδος στις αγορές
Πέρα από τα ζητήματα της παρούσας αξιολόγησης, σημειώνει η Eurobank, παραμένουν ακόμη ανοικτά τα θέματα του χρηματοδοτικού κενού του 2014, του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Πολιτικής 2014-17, του χρηματοδοτικού κενού της περιόδου 2015-16 και φυσικά τα μέτρα για την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους σύμφωνα με τις αποφάσεις του Eurogroup του Νοεμβρίου 2012.
«Δεν θεωρούμε ότι η έξοδος στις αγορές μπορεί να καλύψει μεγάλο μέρος του χρηματοδοτικού κενού του 2014 αφού το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αναμένεται πολλαπλάσιο του τρέχοντος κόστους εξυπηρέτησης των επισήμων δανείων. Μια έκδοση ελληνικών ομολόγων θα είναι μικρή σε μέγεθος και σε διάρκεια και περισσότερο θα έχει ψυχολογικούς στόχους – να αυξήσει την εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία».
Παράλληλα, οι πρόσφατες δηλώσεις του επικεφαλής του Eurogroup J. Dijsselbloem περί έναρξης των διαπραγματεύσεων για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους μετά το καλοκαίρι του 2014 μόνο ως ενθαρρυντικές δεν μπορούν να θεωρηθούν. Εδώ και καιρό είχαμε επισημάνει ότι οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της παρούσας αξιολόγησης στερούν βαθμούς ελευθερίας από την επικείμενη διαπραγμάτευση για το χρέος. Ήδη το ενδεχόμενο για ανακοίνωση ενός προσχεδίου της λύσης πριν από τις ευρωεκλογές απομακρύνεται.