«Προφάσεις εν αμαρτίαις». Έτσι χαρακτηρίζει ανώτατο στέλεχος εξαγωγικής εταιρίας τα επιχειρήματα που προβάλλουν ελληνικές εταιρείες, φορείς αλλά και η πολιτεία για να δικαιολογήσουν την αδυναμία του ελληνικού προϊόντος να αποκτήσει νέα δυναμική στις διεθνείς αγορές.
Η έλλειψη ρευστότητας, το μεγάλο ενεργειακό κόστος, ο μικρός κλήρος, η χαμηλή ζήτηση, αλλά και τα προβλήματα στις γειτονικές χώρες (Αίγυπτος, Τουρκία, Συρία κ.α.) είναι υπαρκτά. Δεν αποτελούν, όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικό πρόβλημα. Άλλωστε, άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία, κερδίζουν μερίδια στις διεθνείς αγορές αντιμετωπίζοντας τους ίδιους γρίφους.
Το πρόβλημα είναι κομβικό, αφού σύμφωνα με αναλύσεις αν η χώρα δεν κερδίσει στον στίβο των εξαγωγών οι Έλληνες πολίτες δεν μπορούν να ελπίζουν σε βιώσιμη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου.
Σύμφωνα με το ίδιο στέλεχος, η εταιρεία του οποίου δρέπει δάφνες στη διεθνή αγορά με καινοτόμα προϊόντα, η δομική αιτία του προβλήματος βρίσκεται στον εσωστρεφή επιδοτούμενο ιδιωτικό τομέα, ο οποίος παραμένει εγκλωβισμένος σε ένα ξεπερασμένο μοντέλο.
Τα χθεσινά επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ απλώς επιβεβαίωσαν όχι μόνο την εξαγωγική κόπωση, αλλά και την έλλειψη εξαγωγικού προσανατολισμού της ελληνικής οικονομίας. Τι μάθαμε χθες; Ότι η συνολική αξία των εξαγωγών - αποστολών τον Ιανουάριο του 2014 διαμορφώθηκε στο ποσό των 2,128 δισ. ευρώ έναντι 2,224 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2013, παρουσιάζοντας μείωση 4,3%.
Πρακτικά, ενώ η Ελλάδα πέτυχε να διπλασιάσει τις εξαγωγές από το 2004 έως και την περσινή χρονιά (φτάνοντας στα 27,54 δισ. ευρώ), τους τελευταίους μήνες τρέχει ένα πτωτικό σερί, ενώ το 2013 οι πωλήσεις στο εξωτερικό έκλεισαν με οριακά πτωτικό πρόσημο για πρώτη φορά από το 2009.
Εύγλωττα ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων σημειώνει πως «η μετάβαση προς ένα βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο που να στηρίζεται στην παραγωγή και στις εξαγωγές ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Πέρα από το όραμα για πιο εξωστρεφή ελληνική οικονομία, υπάρχει και η σκληρή εγχώρια και διεθνής πραγματικότητα». Και συμπληρώνει: «Θα χρειαστούν και πρόσθετες προϋποθέσεις ανάκαμψης του εξωτερικού εμπορίου της χώρας. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά, η επιθετική προώθηση-προβολή σε κρίσιμες χώρες-στόχους, η καθιέρωση φιλοαναπτυξιακού φορολογικού πλαισίου και η μείωση επιβαρύνσεων, που καθιστούν λιγότερο ανταγωνιστικές τις ελληνικές επιχειρήσεις, όπως το θέμα του ενεργειακού κόστους, θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο μιας κοινά αποδεκτής από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα Εθνικής Στρατηγικής Εξωστρέφειας».
Το παράδειγμα της Πορτογαλίας
Στην περίπτωση της Ελλάδας, το διεθνές περιβάλλον δεν φαίνεται να είναι το μοναδικό πρόβλημα. Την ώρα που το ελληνικό εξαγωγικό προϊόν αναζητά νέο βηματισμό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δούμε την πορεία που έχουν ακολουθήσει οι εξαγωγές της Πορτογαλίας, της φτωχότερης χώρας της δυτικής Ευρώπης.
Στηριζόμενη στην καινοτομία, στη διαφοροποίηση και στους χαμηλούς μισθούς (σ.σ. από αυτούς έχουμε πλέον και στην Ελλάδα), οι μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις της Πορτογαλίας έχουν ρίξει όλο τους το βάρος στις εξαγωγές. Και όχι μόνο αυτό. Κλειδί στην περίπτωση της συγκεκριμένης χώρας, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι αφενός η διαφοροποίηση του μείγματος των εξαγωγών, αφετέρου η στόχευση σε νέες αγορές, πέραν της Ευρώπης.
Εν αντιθέσει με την Ελλάδα, η οποία περιστρέφεται γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και όταν βρει τα δύσκολα στις τρίτες χώρες επιστρέφει στα γνωστά μονοπάτια, κάτι που συνέβη και τον Ιανουάριο, η Πορτογαλία αποφάσισε να ακολουθήσει εντελώς αντίθετη πορεία. Και το αποτέλεσμα τη δικαίωσε.
Η πορτογαλική κυβέρνηση ανακοίνωσε πριν από λίγες ημέρες ότι αναμένει φέτος αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,2% από 0,8% που ήταν η προηγούμενη εκτίμησή της, χάρη κυρίως στην καλή πορεία των εξαγωγών της!
Η αύξηση των εξαγωγών κατά 24,2% την τελευταία τετραετία και η αντίστοιχη μείωση των εισαγωγών κατά 5,1% έχουν οδηγήσει τη χώρα σε πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών για πρώτη φορά εδώ και δύο δεκαετίες. Οι εξαγωγές αντιστοιχούν τώρα στο 41% του εθνικού εισοδήματος, έναντι 28% που ήταν το 2008. Σημαντική ανάπτυξη, όμως, σημειώνεται και στον τουρισμό, καθώς τα εισοδήματα από αυτόν τον τομέα το 2013 υπολογίζονται σε 9 δισ. ευρώ και αντιστοιχούν στο 14% των συνολικών εξαγωγών.
Και ενώ η Πορτογαλία, μια χώρα με την οποία θα μπορούσε να συγκριθεί άμεσα η Ελλάδα, προχωρά, η δική μας εξακολουθεί να μην έχει λύσει δομικά προβλήματα.
Μη βιώσιμη η ανάκαμψη
Το σημαντικότερο όλων όμως, και πιο σκληρό, είναι ότι η ελληνική οικονομία θα είχε ήδη βγει από την ύφεση αν οι εξαγωγές αυξάνονταν με τον ρυθμό της Πορτογαλίας ή της Ισπανίας, όπως εκτιμά σε άρθρο του ο Daniel Gros.
Ακόμη και οι εξαγωγικές «επιτυχίες» από το ξέσπασμα της κρίσης μέχρι και τις αρχές του 2013 (οπότε και ξεκίνησε η πτώση) σηκώνουν πολλές αναγνώσεις και σίγουρα ακόμη περισσότερες αναλύσεις.
Μπορεί λοιπόν το 2013 για πρώτη φορά από το 1948, οπότε υπάρχουν στοιχεία, η Ελλάδα να πέτυχε να εμφανίσει πλεονασματικό ισοζύγιο ύψους 1,2 δισ. ευρώ, το διαρθρωτικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρ' όλα αυτά παραμένει ελλειμματικό, αφού η βελτίωση, σε αντίθεση με άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, προήλθε κυρίως από τη δραστική μείωση των εισαγωγών και όχι τόσο από την αύξηση των εξαγωγών. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον κ. Gros, ότι η ανάκαμψη δεν μπορεί να είναι βιώσιμη, αν δεν αρχίσουν να αναπτύσσονται οι εξαγωγές.
Με απλά λόγια αν αύριο το πρωί, ως διά μαγείας, οι μισθοί μας επέστρεφαν στα προ κρίσης επίπεδα, όλοι ή σχεδόν όλοι θα αναζητούσαμε να αγοράσουμε εισαγόμενα προϊόντα καθιστώντας μη βιώσιμη την ανάκαμψη. Όπως σημειώνει ο ίδιος, μόνο μέσα από την αύξηση των εξαγωγών μπορεί η Ελλάδα να ελπίζει σε βιώσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου...