Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Βουλή: Απαιτείται αναθεώρηση στόχων για τα πλεονάσματα

Εξαιρετικά φιλόδοξους βλέπει τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα το γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής. Σημειώνει ότι υπάρχουν ελάχιστα παραδείγματα τέτοιων επιτευγμάτων. Πώς σχολιάζει την έξοδο στις αγορές. Τι βλέπει στη φορολογία.

Βουλή: Απαιτείται αναθεώρηση στόχων για τα πλεονάσματα

Θετικά σημάδια από την πορεία της οικονομίας, τα οποία όμως δεν σηματοδοτούν το οριστικό τέλος της δύσκολης και γεμάτης εμπόδια πορείας βλέπει το γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής στην τριμηνιαία έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα.

Όπως σημειώνει το νέο «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-18» που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή των Ελλήνων προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα 2,3% το 2014 και 2,5% το 2015, και 3,5 % το 2016. Τέλος για το 2017 και για το 2018 αναμένονται πρωτογενή πλεονάσματα ύψους € 9,4 δισ. και € 11,5 δισ. ή 4,6 % και 5,3% του ΑΕΠ αντιστοίχως. Από την άλλη πλευρά, η τρόικα προβλέπει αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 1,5% (2014), 3% (2015), 4,5% (2016) και 4,5% (2017). Οι στόχοι αυτοί, αν και έχουν μετριασθεί για την διετία 2014-2015, είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι, ιδίως για την επόμενη περίοδο 2016-2018. 

Όπως μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά «τίθεται ένα γενικότερο ζήτημα όσον αφορά στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων. Υπάρχουν μόνο λίγα παραδείγματα που αναπτυγμένες χώρες (π.χ. η πετρελαιοπαραγωγός Νορβηγία) ήταν σε θέση να διατηρήσουν πρωτογενή πλεονάσματα για μεγάλες χρονικές περιόδους και πάντως ο μέσος όρος αυτών των πλεονασμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 3,1%, πολύ χαμηλότερος από αυτούς που εκτιμώνται τόσο στο ΜΠΔΣ 2015-18, όσο και στους υπολογισμούς της τρόικας (ιδιαίτερα για την περίοδο μετά το 2015)».

Όπως σημειώνει η έκθεση, «πολλά, θα εξαρτηθούν από τους ρυθμούς μεγέθυνσης – από την επιστροφή στην ανάπτυξη. Αυξανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να επιτευχθούν είτε με περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών, είτε με αύξηση των φορολογικών εσόδων. Όμως οι κρατικές δαπάνες είναι σχεδόν αδύνατο να συμπιεσθούν περαιτέρω χωρίς ανεπιθύμητες παρενέργειες μολονότι υπάρχουν περιθώρια για αναδιάταξή τους. Από την άλλη μεριά η αύξηση των φορολογικών εσόδων θα μπορούσε να προέλθει από την αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης που θα έφερναν περισσότερα φορολογικά έσοδα και από την συστηματικότερη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Η έως τώρα πτώση των εισοδημάτων και οι συνεχείς ανασχεδιασμοί στο φορολογικό σύστημα δεν μας επιτρέπουν κάποια αισιόδοξη πρόβλεψη για γρήγορη αύξηση των εσόδων και μείωση της φοροδιαφυγής. Άλλωστε ό,τι επιτεύχθηκε έως τώρα από πλευράς εσόδων οφείλεται περισσότερο στις αυξήσεις φορολογικών συντελεστών και σε νέους φόρους παρά στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».

Οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν ότι «η αισιοδοξία μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση της οικονομίας, αλλά όσα αναφέραμε έως τώρα υποδεικνύουν ότι θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα διαρκείας. Επίσης σε αυτή τη λογική θα πρέπει να ξεκινήσει το γρηγορότερο και η διαπραγμάτευση για την διευθέτηση του δημόσιου χρέους».

Η έκθεση ζητά να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις τονίζοντας πως «η αποσπασματική εφαρμογή κάποιων μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να έχει τα αναμενόμενα οφέλη ως προς την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού».

«Ράλι» έμμεσων φόρων

Η έκθεση στέκεται ιδιαίτερα στην πορεία των φορολογικών εσόδων, σχολιάζοντας την πρόβλεψη για μεγάλη αύξηση των έμμεσων φόρων. Όπως σημειώνει συνολικά προβλέπεται αύξηση των φορολογικών εσόδων το 2018 σε σχέση με το 2013 κατά 14,9%. Η αύξηση αυτή εκτιμάται ότι θα προέλθει κυρίως από την πλευρά των έμμεσων φόρων.

Ειδικότερα, οι έμμεσοι φόροι θα παρουσιάσουν μείωση κατά 0,26 δισ. το 2014 ενώ στη συνέχεια αύξηση κατά 4 δισ. μέχρι το 2018. Αντίθετα, οι άμεσοι φόροι θα αυξηθούν μόνο κατά €2,9 δισ. περίπου το 2018, δηλαδή κατά 14,5%. Όμως το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης αναμένεται να καταγραφεί το 2014 (€2,5 δισ.)

Η έξοδος στις αγορές

Σχετικά με το νέο δανεισμό από τις αγορές έχουν τεθεί δύο ακόμα ζητήματα: Πρώτον, αν η χώρα επωφελείται από αυτόν, δεδομένου ότι θα μπορούσε να δανεισθεί φθηνότερα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθεροποίησης (ΕΜΣ) και δεύτερον αν έπρεπε να γίνει τώρα. 

"Ως προς το πρώτο ερώτημα έχει επισημανθεί ότι το κόστος του νέου δανεισμού είναι σαφώς υψηλότερο από το κόστος δανεισμού από τον ΕΜΣ (περίπου 4,95% έναντι περίπου 2%). Όμως, αν τελικά, όπως ελπίζει η κυβέρνηση και όπως ήδη συμβαίνει, με την έξοδο στις αγορές ανοίγει ο δρόμος για μείωση των επιτοκίων δανεισμού του κράτους (μέσω των τριμήνων ομολόγων κλπ) και των επιχειρήσεων, τότε προκύπτει ένα καθαρό όφελος.

Μένει όμως ανοιχτό το ερώτημα αν θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους. Σύμφωνα με ένα σενάριο, η πρότερη αναδιάρθρωση θα βελτίωνε τόσο τις προοπτικές της χώρας όσο και την αξιολόγηση της πιστοληπτικής της ικανότητας, επομένως θα οδηγούσε σε μείωση των επιτοκίων κάτω από το επίπεδο που πέτυχε τώρα κυρίως στο πενταετές ομόλογο.

Το σενάριο είναι σοβαρό, όμως κατά τη γνώμη μας (α) δεν φαίνεται να είναι συμβατό με τις πραγματικές διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας και μάλλον δεν είχε πιθανότητες να βρει υποστήριξη στο δεδομένο ευρωπαϊκό πλαίσιο (β) ενδεχομένως η μείωση των επιτοκίων έγινε, μεταξύ άλλων, διότι οι αγορές προεξόφλησαν την αναδιάρθρωση του χρέους (δηλαδή δάνεισαν τη χώρα επειδή προβλέπουν ότι θα γίνει αναδιάρθρωση) και (γ) η έξοδος στις αγορές έστειλε το μήνυμα στους υπόλοιπους ευρωπαίους ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο και επομένως αξίζει τον κόπο πλέον να στηριχθεί συστηματικότερα.

Το κρίσιμο ερώτημα, αναφέρεται, είναι τώρα αν η Ελλάδα επέστρεψε σε μόνιμη βάση στις αγορές για να αντλήσει δάνεια με ανεκτό επιτόκιο. Έχει σημασία να λαβαίνουμε υπόψη τις προοπτικές και όχι μόνο τη στατική εικόνα. Η κυβέρνηση σχεδιάζει νέα έξοδο στις αρχές του χειμώνα. Η απάντηση στο ερώτημα αν θα μείνει στις αγορές εξαρτάται προφανώς από δύο σημαντικούς παράγοντες – τη βιωσιμότητα του χρέους και την επιστροφή σε ικανούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Κάθε ένας από αυτούς υποκρύπτει σειρά ολόκληρη εκκρεμοτήτων".

Προϋποθέσεις ανάπτυξης

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, για να υπάρξει διατηρήσιμη ανάπτυξη είναι απαραίτητο:

α) να εμπεδωθεί η σταθερότητα του πολιτικού περιβάλλοντος, (β) να ξεκαθαρίσει το μίγμα οικονομικής πολιτικής, (γ) να αντιμετωπιστεί το ζήτημα του χρέους, (δ) να ενισχυθούν και να επιταχυνθούν διάφορα μέτρα άμεσης απόδοσης καθώς και μέτρα που δημιουργούν αναπτυξιακό κλίμα αλλά αποδίδουν μακροχρόνια και (ε) να μετασχηματιστεί η ελληνική οικονομία με βάση τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η χώρα.

 

* Δείτε όλη την έκθεση στη στήλη «Συνοδευτικό Υλικό»

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο