«Ανάσταση» αλλά με... δόσεις

Επιχειρηματικοί κύκλοι εμφανίζονται δύσπιστοι απέναντι στο σενάριο ταχείας ανάκαμψης ακόμα και αν κλείσει γρήγορα η αξιολόγηση. Οι πληγές της οικονομίας και το βαρίδι του φορολογικού πακέτου. Το όπλο του χρηματιστηρίου και η στάση αναμονής των επενδυτών.

«Ανάσταση» αλλά με... δόσεις
Tην ώρα που η εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά επηρεάζεται βραχυπρόθεσμα από τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και θεσμών, οι οπαδοί της θεμελιώδους ανάλυσης δεν θέλουν να σκέφτονται μια επανάληψη των όσων συνέβησαν το 2015 και προσπαθούν να προβλέψουν το πώς θα συμπεριφερθεί η πραγματική οικονομία μετά την επιδιωκόμενη θετική αξιολόγηση.

Οι κίνδυνοι και οι προκλήσεις παραμένουν, ωστόσο σύμμαχος των ελληνικών τίτλων παραμένουν οι χαμηλές τους αποτιμήσεις.

Επί του παρόντος, πάντως, οι περισσότεροι αναλυτές τηρούν στάση αναμονής και προτείνουν χαρτοφυλάκια με... επιλεγμένες μετοχές και μεγάλη ρευστότητα.

Σε μια χρηματιστηριακή αγορά όπου η παρουσία των εγχώριων επενδυτών είναι σαφώς περιορισμένη και κυριαρχείται από τις διαθέσεις ξένων βραχυπρόθεσμων (και συνήθως «κερδοσκοπικών» funds), η τρέχουσα πορεία του Γενικού Δείκτη επηρεάζεται σχεδόν αποκλειστικά από την πορεία των διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τους «θεσμούς» για το θέμα της αξιολόγησης: όταν τις προηγούμενες εβδομάδες διαφαινόταν πως θα έχουμε συμφωνία μέχρι τις 22 Απριλίου, οι τιμές των μετοχών -και ιδίως των τραπεζικών- ανέβαιναν. Όταν στη συνέχεια, κάποια νέα σύννεφα εμφανίστηκαν στην όλη διαδικασία, ακολούθησε διόρθωση και στο ταμπλό.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τους παράγοντες της αγοράς, όλα δείχνουν πως κατά τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, η πορεία του Γενικού Δείκτη θα εξαρτάται από την πορεία των διαπραγματεύσεων που αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο, όπως παραδέχτηκε τα ξημερώματα του Σαββάτου και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος λέγοντας πως έχουμε περιθώριο μέχρι τη Δευτέρα για να κλείσει η διπλή συμφωνία με ΔΝΤ και ΕΕ.

Το θετικό στοιχείο πάντως που καταγράφεται από την αγορά είναι πως -έστω και με προσπάθεια- η κυβερνητική πλειοψηφία θα μπορέσει να περάσει τα μέτρα από τη Βουλή, κάτι που θα αποτρέψει μια νέα και άμεση πολιτική κρίση στη χώρα.

Οι οπαδοί, ωστόσο, της θεμελιώδους ανάλυσης, δεν φαίνεται να συγκινούνται από την πορεία των διαπραγματεύσεων και, προκειμένου να πάρουν αποφάσεις, προσπαθούν να προβλέψουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά την αναμενόμενη θετική αξιολόγηση της οικονομίας, θεωρώντας πως τα περί επανάληψης «ενός νέου 2015» με συνέχιση των μαραθώνιων διαπραγματεύσεων, ή μια νέα, πρόωρη εκλογική αναμέτρηση αποτελούν ακραία σενάρια μειωμένων πιθανοτήτων.

Ενδεικτική είναι η θέση του γενικού διευθυντή της Eurocorp Χρηματιστηριακής κ. Σεραφείμ Κατσαρού ότι «υπάρχει πολύς δρόμος ακόμη από το να πούμε πως τα χειρότερα θα έχουν περάσει μετά από την επιδιωκόμενη θετική αξιολόγηση και το πιθανότερο θα είναι πως τα χειρότερα θα έχουν περάσει μόνο σε ότι αφορά τον συστημικό κίνδυνο. Αν δεν προχωρήσουν μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, τότε δεν αναμένονται περισσότερα πράγματα από κάποια σύντονα ράλι».

Με βάση λοιπόν αυτό το σκεπτικό, διαπιστώνεται πως οι ελληνικές μετοχές διαπραγματεύονται με πολύ πιο ελκυστικούς επενδυτικούς όρους σε σχέση με τα διεθνή χρηματιστήρια. Πολλές μετοχές ισχυρών εταιρειών (ακόμη και ομίλων με διεθνοποιημένο προσανατολισμό) διαπραγματεύονται με μονοψήφια P/E, πολύ κάτω από τη λογιστική τους αξία ή με μερισματικές αποδόσεις πολλαπλάσιες από τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων.

Ενδεικτικά και μόνο αναφέρεται πως από τις 28 μετοχές που διαπραγματεύονται με δείκτη τιμής προς λογιστική αξία μεταξύ του 0,21 και του 0,30, οι 27 σημείωσαν το 2015 θετικό EBITDA, οι 11 θετικό αποτέλεσμα προ φόρων και μάλιστα οι πέντε είχαν και αρνητικό καθαρό δανεισμό (διαθέσιμα περισσότερα από το σύνολο των τραπεζικών υποχρεώσεων). Σε ό,τι δε αφορά το μέρισμα, υπάρχουν αρκετές αποδόσεις της τάξεως του 3%, του 4%, ή άνω του 5%, όταν τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων υπολείπονται του 1%.

Αιτίες ανησυχίας

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει μια έντονη ανησυχία πως η ελληνική οικονομία δεν θα μπορέσει να μπει σε τροχιά ανάκαμψης από το δεύτερο φετινό εξάμηνο, ακόμη και αν δεν καθυστερήσει περαιτέρω η θετική αξιολόγηση από τους δανειστές.

«Αν φτάσουμε στον Μάιο, ζήτω που καήκαμε», είχε πει προ διμήνου για την αξιολόγηση ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών, κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος, ωστόσο σήμερα η αποφυγή του Μαΐου είναι το καλύτερο δυνατό σενάριο για την ελληνική πλευρά. Με άλλα λόγια δηλαδή, η ήδη πολύμηνη καθυστέρηση της θετικής αξιολόγησης έχει επηρεάσει αρνητικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνεχίζει να δρα σε ένα περιβάλλον ύφεσης, έντονης αβεβαιότητας και -ας μην ξεχνιόμαστε- κεφαλαιακών ελέγχων.

Έτσι, αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για την πορεία του ΑΕΠ, συγκλίνουσες απόψεις το υπολογίζουν σε μειωμένα νούμερα σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2015, επικαλούμενες τη μείωση της ζήτησης για καύσιμα, μειωμένους τζίρους στο λιανικό εμπόριο και λιγότερα κονδύλια απορρόφησης από τα κοινοτικά προγράμματα (έτος-γέφυρα μεταξύ ΕΣΠΑ και ΣΕΣ).

Οι τράπεζες

Μια δεύτερη πηγή ανησυχίας είναι η στασιμότητα που συνεχίζει να επικρατεί σε μια σειρά από καυτά ζητήματα που θεωρούνται καταλύτες για την προβλεπόμενη πορεία της οικονομίας, με πρώτο και βασικότερο τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών.

«Υπάρχουν πολλά πρακτικά ζητήματα που ακόμη θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και κυρίως χρειάζονται δύσκολες αποφάσεις από την πλευρά των τραπεζών και όλα αυτά σε ένα ευρύτερο περιβάλλον σκανδαλολογίας που εμποδίζει τη λήψη τέτοιων αποφάσεων», αναφέρει στέλεχος της αγοράς. Άλλος οικονομικός παράγοντας μίλησε για το πόσο γρήγορα έγινε η αναδιάρθρωση (με κούρεμα) ενός μεγάλου δανείου που ελήφθη από ξένη τράπεζα για επένδυση στην Ελλάδα, συμπληρώνοντας πως «αν οι πιστώτριες τράπεζες ήταν ελληνικές, το θέμα θα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εκκρεμότητα».

Επίσης, οι εξελίξεις στο προσφυγικό θεωρούνται αρνητικές και εν γένει απρόβλεπτες ως προς τις δυνατές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας.

Ακόμα, η επιβολή νέων περιοριστικών δημοσιονομικών μέτρων που θα επικεντρώνονται κυρίως σε αύξηση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών αναμένεται όχι μόνο να μειώσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά επιπλέον να αυξήσει το κόστος των επιχειρήσεων και να προκαλέσει μια νέα σειρά αντικινήτρων για παραγωγή και ανάπτυξη.

Γενικότερα, έχει εκφραστεί η άποψη ότι το μίγμα των μέτρων δεν επικεντρώνεται στη μείωση των δαπανών, αλλά στην αύξηση των φόρων και αυτό θα μπορούσε να φρενάρει σε κάποιο βαθμό ενδεχόμενη ανάκαμψη της οικονομίας που θα είχε ως εκκίνηση τη μείωση της αβεβαιότητας.

Οι ξένες επενδύσεις

Και πέραν όλων αυτών, εκφράζεται από ορισμένους η ανησυχία ότι οι ξένοι επενδυτές δεν θα σπεύσουν να τοποθετηθούν στην Ελλάδα, την... επόμενη μέρα της αξιολόγησης, αλλά θα ζητήσουν περισσότερο χρόνο προκειμένου να πάρουν τις αποφάσεις τους. Και αυτό σε μια περίοδο όπου σε πολλές γεωγραφικές περιοχές (Κίνα, Μέση Ανατολή, Ρωσία) όπου κατά τα τελευταία χρόνια... περίσσευαν κεφάλαια για επενδύσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά.

«Ας μην υπερβάλλουμε με προσδοκίες που δεν πρόκειται να επιβεβαιωθούν. Θεωρώ απίθανο να έρθουν μαζικές επενδύσεις στην Ελλάδα, όσο οι αποδόσεις των κρατικών χρεογράφων βρίσκονται σε τόσο υψηλά επίπεδα. Θα πρέπει, λοιπόν, να δούμε πρώτα μια περίοδο αποκλιμάκωσης των αποδόσεων στα ελληνικά ομόλογα. Επίσης, οι επενδύσεις -σε πρώτη φάση τουλάχιστον- θα επικεντρωθούν στον τουρισμό και σε λίγες ακόμη οικονομικές δραστηριότητες και δεν πρόκειται να επεκταθούν σε ολόκληρη την οικονομία. Ας μην ξεχνούμε πως η Ελλάδα μειονεκτεί σε σύγκριση πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη που αγωνίζονται να προσελκύσουν επενδύσεις, σε θέματα φορολογίας, ασφαλιστικών εισφορών και φυσικά γραφειοκρατίας», αναφέρει χαρακτηριστικά οικονομικός διευθυντής εισηγμένης εταιρείας.

Οι συστάσεις

Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι χρηματιστές τηρούν στάση αναμονής, προτείνοντας ένα χαρτοφυλάκιο που θα πρέπει να περιέχει μεγάλη ρευστότητα και μετοχική επικέντρωση σε περιορισμένο αριθμό επίλεκτων τίτλων.

Το θετικό άλλωστε για τις ελληνικές μετοχές είναι οι ελκυστικοί δείκτες αποτίμησής τους που -σύμφωνα με πολλούς- «θα δικαιούνταν» να αυξηθούν σε σαφώς ανώτερα επίπεδα, όχι μόνο εάν η εγχώρια οικονομία αρχίσει να τρέχει με έντονους ρυθμούς μετά το Πάσχα και τη θετική αξιολόγηση που ελπίζεται να έχει προκύψει, αλλά απλά και μόνο αν σταθεροποιηθεί λόγω της κάμψης της υπάρχουσας αβεβαιότητας. Σύμφωνα επίσης με τους ίδιους κύκλους οι τραπεζικές μετοχές θα μπορούσαν κάλλιστα να υπερδιπλασιαστούν αρκεί οι τράπεζες να αποφύγουν μια νέα ανακεφαλαιοποίησή τους μέσα στη διετία 2016-2017.

Στέφανος Kοτζαμάνης [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v