Λιγότερες εισφορές αλλά και μικρότερες συντάξεις για τους μη μισθωτούς

Μια δυσάρεστη έκπληξη έκρυβε για τους ασφαλισμένους το νομοσχέδιο του υπ. Εργασίας, καθώς η μείωση των εισφορών οδηγεί και σε περιορισμό των συντάξεων. Τι ορίζουν οι διατάξεις για τις εισφορές.

Λιγότερες εισφορές αλλά και μικρότερες συντάξεις για τους μη μισθωτούς

Τη μείωση της σύνταξης, παράλληλα με τον περιορισμό των εισφορών, «έκρυβε» για τις 250.000 ελεύθερους επαγγελματίες που θα δουν τις εισφορές τους να διαμορφώνονται στο 13,3% από 1η Ιανουαρίου 2019, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε χθες στη Βουλή. Και αυτό, γιατί προβλέπει ότι οι μελλοντικές συντάξιμες αποδοχές που θα λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης θα είναι σημαντικά μειωμένες. Θα υπολογιστούν δηλαδή με μικρότερο εισόδημα από το πραγματικό.

Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα που προκύπτει, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά ύψους 20% το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης. Με αυτόν τον τρόπο, περιορίζεται δραστικά η ανάσα που δίνει η μείωση των εισφορών στους μη μισθωτούς.

Κατά τ’ άλλα, στο νομοσχέδιο ξεκαθαρίζεται ότι οι εισφορές για κύρια ασφάλιση μειώνονται από 200 έως και 4.690 ευρώ τον χρόνο σε 250.000 μη μισθωτούς και συγκεκριμένα σε όσους έχουν εισόδημα πάνω από 7.032 ευρώ τον χρόνο.

Αναλυτικά, από 1/1/2019 το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τον κλάδο κύριας σύνταξης διαμορφώνεται από 20% σε 13,3% για τους πρώην ασφαλισμένους σε ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ και ΟΓΑ. Προσοχή όμως, όπως ορίζεται ρητά στο νομοσχέδιο, η ελάχιστη μηνιαία εισφορά για τον συγκεκριμένο κλάδο δεν μπορεί να υπολείπεται το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, ήτοι 117,2 ευρώ τον μήνα.

Με αίτησή τους προς τον ΕΦΚΑ, οι ασφαλισμένοι θα μπορούν οποτεδήποτε να επιλέξουν ανώτερη βάση υπολογισμού των ποσοστιαίων εισφορών από εκείνη που προκύπτει βάσει του μηνιαίου εισοδήματός τους. Στην επιλογή του ασφαλισμένου παραμένει και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα εισφέρει αυξημένες εισφορές. Η εφαρμογή της νέας βάσης υπολογισμού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης και παύει να ισχύει αυτοδικαίως, οποτεδήποτε προκύψει ανώτερη βάση υπολογισμού βάσει του μηνιαίου εισοδήματος, καθώς και από τον επόμενο μήνα από την ανάκληση της αίτησης.

Ξεκαθαρίζεται επίσης πως αν ο ασφαλισμένος επιλέξει να καταβάλλει υψηλότερη εισφορά, δεν θα εφαρμόζονται οι εκπτώσεις 5%-50% του νόμου Κατρούγκαλου για τους αυτοαπασχολούμενους του ΕΤΑΑ. Για τους λοιπούς, που θα καταβάλλουν την υποχρεωτική εισφορά, οι εκπτώσεις διατηρούνται ως έχουν σήμερα, δηλαδή επί του αθροίσματος των εισφορών για κύρια σύνταξη και για υγεία.

Για τους αυτοαπασχολούμενους του πρώην ΕΤΑΑ, από την 1η Ιανουαρίου 2019 καταργούνται οι εκπτώσεις που προβλέπονταν για την πρώτη 5ετία από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση. Και αυτό γιατί η μηνιαία εισφορά καθορίζεται επίσης στο 13,3%, ήτοι χαμηλότερα από τις μέχρι πρότινος προβλεπόμενες. Διατηρείται, όμως, η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού στο 70% επί του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού. Προσοχή: Οι εκπτώσεις που ίσχυσαν τη διετία 2017-2018 εξακολουθούν να θεωρούνται ασφαλιστικές οφειλές και προβλέπεται η επιστροφή τους.

Οι αγρότες

Το ύψος της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τους αγρότες, από την 1/1/2022 και μετά, διαμορφώνεται σε 13,33% επί του εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο εισόδημα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος. Στη μεταβατική περίοδο που ισχύει έως το 2022, οι εισφορές διαμορφώνονται σε 12% το 2019, 12,67% το 2020, 13% το 2021 και φθάνουν στο 13,3% το 2022.

Το κατώτατο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα ορίζεται ως το ποσό που αναλογεί στο 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού. Η ελάχιστη μηνιαία εισφορά για το 2019 δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 18% επί του κατώτατου ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος, το 2020 δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 19% επί του ορισθέντος κατώτατου ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος, το 2021 δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 19,5% του κατώτατου ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος και από 1/1/2022 και μετά δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του ανωτέρω ορισθέντος κατώτατου ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος.

Προσοχή όμως. Μειωμένες εισφορές οδηγούν και σε μειωμένες συντάξεις. Και αυτό γιατί, όπως ορίζεται στο νομοσχέδιο, οι συντάξιμες αποδοχές που θα λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής κύριας σύνταξης θα είναι μειωμένες. Θα επανακαθορίζονται, δηλαδή, με βάση τις μειωμένες εισφορές.

Οι εισφορές εφάπαξ και επικούρησης για τους μη μισθωτούς επανακαθορίζονται αναδρομικά, από την 1/1/2017, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί του 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Επίσης, προβλέπεται ότι το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ ορίζεται έως τον Μάιο του 2019 σε ποσοστό 7%, από 1/6/2019 έως 31/5/2022 σε ποσοστό 6,5% και από 1/6/2022 και μετά σε ποσοστό 6%, υπολογιζόμενων όλων των ανωτέρω ποσοστών επί της ίδιας ως άνω μειωμένης βάσης υπολογισμού.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές

Με άλλη διάταξη στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Εργασίας προβλέπεται η ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών, από το 2006 και μετά, των κλάδων υγείας των πρώην ταμείων προς ασφαλισμένους, αλλά και γιατρούς και παρόχους. Η διαδικασία θα ισχύσει έως το τέλος του 2019 και προβλέπει 100% εξόφληση προς τους ασφαλισμένους-ασθενείς. Αντίθετα, στους ιδιώτες και παρόχους προβλέπεται «κούρεμα» που ενδέχεται να φθάσει και το 45%. Οφειλές προς παρόχους υπηρεσιών υγείας που εκκαθαρίζονται με τις διατάξεις της επίμαχης ρύθμισης συμψηφίζονται με τυχόν ληξιπρόθεσμες κάθε είδους οφειλές αυτών προς τον ΕΦΚΑ, πλην των ρυθμισμένων. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της εν λόγω διάταξης εκκαθαρίζονται και πληρώνονται εξαιρετικά κατά παρέκκλιση των περί παραγραφής διατάξεων.

Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα σε όσους έχουν εξαγοράσει πλασματικό χρόνο πριν τις 13 Μαΐου του 2016 (έναρξη ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου) και δεν έχουν υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης, να καταβάλλουν τη διαφορά ανάμεσα στο παλαιό κόστος εξαγοράς και το νέο κόστος, ώστε να αυξηθεί η βάση υπολογισμού της σύνταξής τους.

Με άλλη διάταξη προβλέπεται ότι σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, κατά παρέκκλιση του νόμου Κατρούγκαλου, η σύνταξη χηρείας θα δίνεται ολόκληρη (δηλαδή στο 100%) στους δικαιούχους. Η ισχύς της διάταξης ορίζεται από τον Μάιο του 2016 και γι' αυτό συμπεριλαμβάνει τους νεκρούς σε Μάνδρα και Μάτι.

Με διάταξη στο νομοσχέδιο, οι εργαζόμενοι αποκτούν για πρώτη φορά το δικαίωμα να παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες στις ποινικές δίκες σε βάρος εργοδοτών, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών ή των οφειλόμενων αποζημιώσεων απόλυσης.

 

* Δείτε νομοσχέδιο, αιτιολογική έκθεση και έκθεση ΓΛΚ στη στήλη Συνοδευτικό Υλικό.

Ρούλα Σαλούρου salourou@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus