Είναι ένα Eurogroup που δεν μοιάζει να έχει πολλές ειδήσεις. Η ατζέντα γενική, με περίπου τα ίδια θέματα. Επισήμως, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης συζητούν για τις συστάσεις Οικονομικής Πολιτικής του 2026, για τον διεθνή ρόλο του ευρώ και για τον συντονισμό των δημοσιονομικών στρατηγικών. Ανεπισήμως, όμως, η λέξη που επιστρέφει διαρκώς -άλλοτε ψιθυριστά, άλλοτε πιο ανοιχτά- είναι μία: ευρωομόλογο.
Η επαναφορά της ιδέας κοινής έκδοσης χρέους δεν είναι τυχαία. Οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες, η ανάγκη για επενδύσεις σε ενέργεια και τεχνολογία, αλλά και η πίεση από το διεθνές περιβάλλον οδηγούν πολλές πρωτεύουσες στο συμπέρασμα ότι η αυστηρή επιστροφή στη δημοσιονομική προσαρμογή το 2026 ίσως αποδειχθεί πολιτικά και οικονομικά ανέφικτη. Το επεισοδιακό «προηγούμενο» του NextGenerationEU απέδειξε ότι η κοινή χρηματοδότηση μπορεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός μηχανισμός -και να ενισχύσει τη διεθνή θέση του ευρώ.
Παρίσι vs Βερολίνο
Η παραδοσιακή σύγκρουση Παρισιού - Βερολίνου παραμένει ο πυρήνας του ζητήματος. Η γαλλική πλευρά επιμένει σε ένα μηχανισμό κοινής έκδοσης χρέους. Για το Παρίσι, το ευρωομόλογο δεν είναι εργαλείο αλληλεγγύης αλλά εργαλείο ισχύος.
Το Βερολίνο, αντιθέτως, παραδοσιακά αντιστέκεται. Η Καγκελαρία φοβάται ότι μια μόνιμη κοινή έκδοση θα δημιουργήσει ηθικό κίνδυνο, θα επιβαρύνει τον Γερμανό φορολογούμενο και θα αποδυναμώσει την πειθαρχία των εθνικών προϋπολογισμών. Η γραμμή είναι σαφής: πρώτα προσαρμογή, μετά επενδύσεις. Είναι όμως έτσι;
Πριν από μερικά χρόνια η απάντηση θα ήταν «ναι». Τώρα όμως, με τη στροφή της Γερμανίας για Ευρώπη δύο ταχυτήτων, ίσως η δέσμευση όλης της ΕΕ για κοινό χρέος να μην την εξυπηρετεί.
Όπως ανέφερε αξιωματούχος της ΕΕ στο Euro2day.gr, «το Βερολίνο εξετάζει όλες τις προοπτικές και πιθανότητες. Όμως επιθυμεί να γίνει σε πιο καθαρή βάση. Εάν οι πλούσιες χώρες μορφοποιήσουν τον μικρό πυρήνα της Ευρώπης, δεν χρειάζεται το ευρωομόλογο, τουλάχιστον άμεσα».
Η «πρωτοφανής» παρέμβαση από τη Φρανκφούρτη
Ωστόσο, αυτό που δίνει νέα διάσταση στη συζήτηση είναι η στάση του επικεφαλής της Bundesbank Γ. Νάγκελ. Σε μια κίνηση που ερμηνεύεται ως διακριτική αλλά σαφής διαφοροποίηση από την Καγκελαρία, ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο κοινής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για εξαιρετικές περιστάσεις -ιδίως σε ό,τι αφορά την άμυνα και τη στρατηγική αυτονομία.
Η τοποθέτηση αυτή θεωρείται «πρωτοφανής» για τα γερμανικά δεδομένα. Η Bundesbank υπήρξε διαχρονικά ο θεματοφύλακας της νομισματικής και σφικτής δημοσιονομικής προσαρμογής.
Δημοσιονομική προσαρμογή ή νέα αρχιτεκτονική;
Το μεγάλο θέμα της ημέρας, βάσει ατζέντας τουλάχιστον, είναι το δίλημμα εάν το 2026 θα είναι η χρονιά που η ευρωζώνη θα επιστρέψει στην αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή ή θα κινηθεί προς μια νέα, πιο ευέλικτη αρχιτεκτονική, η οποία όμως θα γεμίσει με «παραθυράκια» το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Η συζήτηση για ευρωομόλογο, έστω θεματικό και περιορισμένης διάρκειας, συνδέεται άμεσα με την αύξηση των αμυντικών δαπανών και τον κίνδυνο Ευρώπης δύο ταχυτήτων. Εάν οι χώρες με δημοσιονομικό χώρο επενδύσουν μαζικά και οι υπόλοιπες περιοριστούν σε λιτότητα, οι αποκλίσεις θα διευρυνθούν.
Το Eurogroup δεν θα λάβει απόφαση σήμερα. Όμως το γεγονός ότι το θέμα τίθεται πλέον ανοιχτά -και ότι ακόμη και στο Βερολίνο διαφαίνονται ρωγμές- δείχνει πως το ευρωομόλογο δεν αποτελεί πια ταμπού.
To Ecofin και η παρέμβαση του Μ. Κεραυνού
Και εάν το Eurogroup ανοίγει τη στρατηγική συζήτηση για το κοινό χρέος, το Ecofin της Τρίτης καλείται να μπει στα «σκληρά» τεχνικά πεδία. Στην ατζέντα βρίσκονται οι κατευθυντήριες γραμμές για τον προϋπολογισμό του 2027, η πορεία υλοποίησης των εθνικών δημοσιονομικών σχεδίων στο πλαίσιο των νέων κανόνων, αλλά και η ενεργοποίηση ρητρών ευελιξίας για χώρες που αντιμετωπίζουν αυξημένες αμυντικές ή επενδυτικές ανάγκες.
Η συζήτηση για τις εθνικές ρήτρες διαφυγής αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αρκετά κράτη-μέλη επιχειρούν να «χωρέσουν» τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες εντός ενός πλαισίου που επισήμως επιστρέφει στη δημοσιονομική πειθαρχία. Η Κομισιόν επιδιώκει να διατηρήσει την αξιοπιστία του νέου Συμφώνου, χωρίς όμως να προκαλέσει πολιτική ασφυξία σε κυβερνήσεις που πιέζονται από γεωπολιτικές εξελίξεις και κοινωνικές απαιτήσεις.
Παράλληλα, θα αξιολογηθεί η πρόοδος των Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με έμφαση στην απορρόφηση πόρων και στις μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις. Για αρκετές χώρες, η ομαλή ροή των κονδυλίων αποτελεί βασικό ανάχωμα απέναντι στην ανάγκη πρόσθετου δανεισμού.