Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται περίπου έτοιμη, (όλα όσα λέει ο Αμερικανός πρόεδρος είναι πάντα στο περίπου), να υπογράψει ένα μνημόνιο συμβιβασμού, που φανερώνει πλέον την αδυναμία των ΗΠΑ να καθυποτάξουν το καθεστώς του Ιράν.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα εύθραυστη συμφωνία, που ήδη προκαλεί αντιδράσεις μέσα στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ, καθώς απέχει παρασάγγας από τους στόχους ενός πολέμου που έχει κοστίσει πανάκριβα. Τόσο στους πρωταγωνιστές του όσο και στην παγκόσμια οικονομία.
Κατά συνέπεια, μπορεί εύκολα να ανατραπεί από επόμενες εξελίξεις. Η τροχιά όμως της σύρραξης μοιάζει πλέον προδιαγεγραμμένη. Δεν είναι τυχαίο ότι, εφόσον προχωρήσει, η συμφωνία θα γίνει ασμένως αποδεκτή από το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.
Η διαιώνιση της υπάρχουσας κατάστασης, αλλά και η επιστροφή σε γενικευμένες εχθροπραξίες, θεωρούνται πλέον από τους περισσότερους ειδικούς και πολιτικούς, πολύ χειρότερα ενδεχόμενα.
Παρά τα καταστρεπτικά πλήγματα που δέχτηκε, το σκληροπυρηνικό καθεστώς της Τεχεράνης βρίσκεται στη θέση του και ερμηνεύει την αντοχή του, όπως και τον έλεγχο του Ορμούζ, ως στρατηγική νίκη.
Γεγονός που αυξάνει και τις διαπραγματευτικές του απαιτήσεις. Τα συμβατικά του όπλα μπορεί να μειώθηκαν σε αριθμό, αλλά παραμένουν επαρκή για να αντιμετωπίσουν ασύμμετρα τυχόν νέες επιθέσεις.
Ενώ ο έλεγχος που ασκεί στα στενά του Ορμούζ -και η δυνατότητά του να προκαλέσει σημαντικές ζημιές στα γειτονικά κράτη- έχουν πλέον επιβεβαιωθεί στην πράξη.
Όσο για τα πυρηνικά, οι ελπίδες Ισραήλ και ΗΠΑ για πλήρη απάλειψη των δυνατοτήτων της Τεχεράνης έχουν σχεδόν εξανεμιστεί.
Ίσως εξίσου σημαντικό είναι ότι ήδη διαφαίνεται πως, για να μην προχωρήσει το Ιράν στη μόνιμη εφαρμογή διοδίων στον Κόλπο, θα πρέπει να αποσπάσει πολύ σοβαρά οικονομικά ανταλλάγματα: άρση κυρώσεων και επιστροφή παγωμένων περιουσιακών στοιχείων.
Η Τεχεράνη δεν έχει λόγο να υπογράψει συμφωνία, αν δεν εξασφαλίσει ότι θα αποκτήσει ζεστό χρήμα, ώστε να αντιμετωπίσει την κοινωνική δυσπραγία, που εφόσον εκλείψει η άμεση εξωτερική απειλή, θα μπορούσε να οδηγήσει αργότερα, σε ανατροπή του καθεστώτος.

Το νέο ρήγμα στη Μέση Ανατολή
Γεωπολιτικά, η απερίσκεπτη περιπέτεια στο Ιράν απειλεί να εξελιχθεί σε βαρύ πλήγμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για το Ισραήλ του Μπίμπι Νετανιάχου.
Οι περισσότερες χώρες της περιοχής αντιλήφθηκαν για πρώτη φορά ότι η «ομπρέλα προστασίας» των ΗΠΑ δεν είναι επαρκής και ότι η επιθετική στάση του Ισραήλ, που πυροδότησε έμμεσα τη σύρραξη, αποτελεί εξίσου σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλειά τους με το «φανατικό» Ιράν.
Οι δημόσιες ευχαριστίες του Τραμπ προς μια σειρά μουσουλμάνων ηγετών της περιοχής, σουνιτών και σιιτών, περιλαμβανομένης της Τουρκίας, αλλά και του κύριου μεσολαβητή, του Πακιστάν (που έχει εξαιρετικά στενή σχέση με την Κίνα), περιγράφουν φωτογραφικά τις δομικές αλλαγές που συντελούνται κάτω από την επιφάνεια.
Προς την ίδια κατεύθυνση είχε προ μηνών η αμυντική συμμαχία της Σαουδικής Αραβίας με το πυρηνικό Πακιστάν. Και ήρθε να την επιβεβαιώσει η προθυμία του ισχυρότερου από τα αραβικά κράτη του Περσικού να προωθήσει «σύμφωνο μη επιθέσεως» με το Ιράν.
Εν ολίγοις, η διαφαινόμενη αδυναμία των ΗΠΑ να καθυποτάξουν το Ιράν και οι τεράστιες ζημιές που προκάλεσε αυτός ο πόλεμος δεν αποκλείεται να βάλουν «ταφόπλακα» στις περίφημες Συμφωνίες του Αβραάμ, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον δρόμο για μια καθαρά ισλαμική πρωτοβουλία χειραφέτησης των συμφερόντων ασφαλείας στην περιοχή.
Με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που έχουν εξελιχθεί στον πιο στιβαρό σύμμαχο του Ισραήλ στην περιοχή, να ακολουθούν μάλλον απρόθυμα στον ίδιο δρόμο, γνωρίζοντας ότι δεν έχουν την ισχύ να πάνε κόντρα στο ρεύμα, υποδαυλίζοντας την ήδη υπάρχουσα αντιπαλότητα με τη Σαουδική Αραβία.
Η απειλή ανατροπής διεθνών ισορροπιών
Οι επιπτώσεις όμως δεν περιορίζονται στη Μέση Ανατολή. Πέρα από τη δυσφορία των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ για την εξαιρετικά ζημιογόνα περιπέτεια που ξεκίνησε ο Ντόναλντ Τραμπ, η εμπλοκή των ΗΠΑ σε αυτόν τον πόλεμο εξασθένισε την αμερικανική θέση τόσο στην Ευρώπη όσο και, κυρίως, στην Ασία.
Όπως είχαμε προβλέψει στο σημείωμα «Το κύκνειο άσμα της μόνης υπερδύναμης», οι ΗΠΑ ανάλωσαν τεράστιες ποσότητες πολύτιμων πυρομαχικών, προκειμένου να πλήξουν το Ιράν και να προστατεύσουν το Ισραήλ, με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, όπως έχει διασταυρώσει σειρά αμερικανικών και διεθνών ΜΜΕ.
Ποσότητες που δεν έχουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν ταχέως, επηρεάζοντας τόσο την επάρκεια των ίδιων μέσων όσο και τη δυνατότητα τροφοδότησης συμμάχων, στην Ευρώπη και στην Ασία.
Διάχυτη είναι πλέον η αμφιβολία για το αν οι ΗΠΑ θα είχαν όχι μόνο την πρόθεση, αλλά και τη δυνατότητα να προστατεύσουν την Ταϊβάν, σε περίπτωση επιθετικών ενεργειών από την Κίνα, περιλαμβανομένου και ενός ναυτικού αποκλεισμού.
Ίσως ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι ο πρόεδρος Τραμπ έδειξε, κατά την επίσκεψη στο Πεκίνο, να βάζει «νερό στο κρασί του» στο θέμα της Ταϊβάν, θέτοντας εν αμφιβόλω μεγάλα προγράμματα εξοπλισμών, την ίδια ώρα που η ισχυρή αντιπολίτευση στο νησί δείχνει να προσεγγίζει ακόμη περισσότερο την Κίνα.
Το αόρατο χέρι της Κίνας
Η Κίνα είναι η μεγάλη δύναμη που, όπως συμβαίνει συχνά με εκείνον που δεν εμπλέκεται άμεσα σε έναν δαπανηρό πόλεμο, βγαίνει έως τώρα γεωπολιτικά κερδισμένη από τη σύρραξη στον Περσικό Κόλπο.
Κάνοντας διακριτικούς χειρισμούς, ώστε να μη χρεωθεί μια αποτυχία, κατάφερε να αναδειχθεί σε βασικό πόλο εξελίξεων, με τρόπο που θυμίζει δυνατές στιγμές της βρετανικής διπλωματίας, όταν η «γηραιά Αλβιόνα» είχε ακόμη ισχυρό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις.
Ένας από τους βασικούς της συμμάχους στον ισλαμικό κόσμο, το Πακιστάν, ανέλαβε τον κύριο ρόλο του μεσολαβητή. Χωρίς όμως να υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν η Κίνα εκείνη που προσέφερε στρατηγική κάλυψη, αλλά και την απαραίτητη «μόχλευση», μεταξύ άλλων και ως σχεδόν αποκλειστικός πελάτης για το πετρέλαιο του Ιράν.
Η «παρέλαση» σχεδόν όλων των σημαντικών φυσιογνωμιών που έχουν ρόλο στη σύρραξη αποτελεί ισχυρή ένδειξη του αφανούς ρόλου που έχει παίξει η Κίνα.
Από τις πρόσφατες επισκέψεις του Τραμπ και του Πούτιν και, βεβαίως, ηγετικών στελεχών του Πακιστάν και του Ιράν, έως την επίσκεψη του πρίγκιπα του Άμπου Ντάμπι και το τηλεφώνημα του Σι με τον ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη πολύ σοβαρή παράμετρος, σχεδόν άγνωστη στους μη ειδικούς.
Η Κίνα έκανε τη στρατηγική επιλογή να μειώσει δραματικά τις εισαγωγές πετρελαίου το διάστημα μετά το ξέσπασμα του πολέμου στον Περσικό, παίζοντας τον μεγαλύτερο ρόλο στη συγκράτηση των τιμών του πετρελαίου στα επίπεδα πέριξ των 100 δολαρίων το βαρέλι.
Για την ακρίβεια, αναλυτές της IEA και της Morgan Stanley εκτιμούν ότι αυτή η μείωση είχε ρόλο της τάξεως του 39-45% στην απορρόφηση του «σοκ» προσφοράς που δημιούργησε η κρίση στον Κόλπο, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο και από τη διοχέτευση αμερικανικών αποθεμάτων στη διεθνή αγορά.
Κυκλοφορούν διάφορες εικασίες για το πώς το κατάφερε αυτό η Κίνα, χωρίς εμφανή μείωση της εσωτερικής ζήτησης ή των ορατών αποθεμάτων της.
Αυτό που έχει όμως σημασία είναι ότι, αν αντιστρέψει αυτή την πολιτική έστω και μερικώς, η τιμή του πετρελαίου μπορεί να δεχθεί πολύ ισχυρή ανοδική πίεση.
Η επόμενη μέρα και ο ευμετάβλητος Τραμπ
Ουδείς μπορεί να προδικάσει αν η κυοφορούμενη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν θα δώσει λύση, μόνιμη ή προσωρινή, για τον Περσικό Κόλπο.
Ακόμη κι αν επιστρέψουμε όμως σε σενάρια νέας σύγκρουσης, καθώς ο Τραμπ είναι εξαιρετικά ευμετάβλητος και η τρέχουσα λύση τον δυσκολεύει πολιτικά, μάλλον ελάχιστα πράγματα θα αλλάξουν προς όφελος των ΗΠΑ.
Τώρα ή στη συνέχεια, η «λιγότερο κακή» λύση δεν φαίνεται να έχει προτιμότερες εναλλακτικές. Κι όσο καθυστερεί, τόσο αυξάνει το κόστος για την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία.