Με τη νέα δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση της αθέμιτης κερδοφορίας, η επιβολή προστίμων βασίζεται σε έναν μηχανισμό που συνδέει το ύψος της κύρωσης με το παράνομο οικονομικό όφελος που αποκόμισε η επιχείρηση. Το πλαίσιο προκύπτει από την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 11ης Μαρτίου και την εφαρμοστική υπουργική απόφαση που καθορίζει τη μεθοδολογία ελέγχου και κυρώσεων, αναθέτοντας κεντρικό ρόλο στην Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή.
Το βασικό μέγεθος πάνω στο οποίο στηρίζεται ο υπολογισμός είναι το λεγόμενο «Όφελος Υπέρ του Κανονικού» (ΟΥΚ), δηλαδή η διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής πώλησης, προ ΦΠΑ, και της επιτρεπόμενης τιμής, πολλαπλασιασμένη με την ποσότητα των προϊόντων που διατέθηκαν στην αγορά.
Με άλλα λόγια, το ύψος του προστίμου προκύπτει εφαρμόζοντας έναν πολλαπλασιαστή στο ΟΥΚ, ο οποίος διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Για πολύ μικρές επιχειρήσεις το πρόστιμο ισούται με το παράνομο όφελος, για μικρές διπλασιάζεται, για μεσαίες τριπλασιάζεται και για μεγάλες επιχειρήσεις τετραπλασιάζεται.
Σε περίπτωση υποτροπής, δηλαδή αν η ίδια επιχείρηση εντοπιστεί να παραβαίνει ξανά τους κανόνες μέσα στο διάστημα ισχύος των μέτρων, τότε το κατώτατο όριο του προστίμου διπλασιάζεται. Αυτό σημαίνει ότι μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί τελικά να φτάσει να πληρώνει έως και οκταπλάσιο του παράνομου κέρδους, ενώ μια μικρή έως και τετραπλάσιο.
Ως πολύ μικρές επιχειρήσεις θεωρούνται όσες απασχολούν λιγότερους από 10 εργαζόμενους και έχουν κύκλο εργασιών κάτω των 2 εκατ. ευρώ. Μικρές είναι εκείνες με έως 50 εργαζόμενους και τζίρο κάτω των 10 εκατ. ευρώ, ενώ μεσαίες όσες απασχολούν έως 250 εργαζόμενους και εμφανίζουν κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ.
Μεγάλες επιχειρήσεις θεωρούνται όσες υπερβαίνουν τα όρια αυτά, κυρίως σε επίπεδο προσωπικού. Η νομοθεσία θέτει ως κατώτατο όριο προστίμου τις 5.000 ευρώ και υψηλότερο τα 5 εκατ. ευρώ.
Παραδείγματος χάριν, μια μικρή επιχείρηση που αυξάνει την τιμή ενός προϊόντος κατά 0,20 ευρώ και πωλεί 10.000 τεμάχια αποκομίζει παράνομο όφελος 2.000 ευρώ. Με βάση τον προβλεπόμενο συντελεστή, το πρόστιμο διαμορφώνεται στα 4.000 ευρώ, αλλά τελικά ανέρχεται στα 5.000 ευρώ λόγω του ελάχιστου ορίου.
Αντίστοιχα, σε μια μεσαία επιχείρηση με παράνομο όφελος 10.000 ευρώ, το πρόστιμο ανέρχεται στις 30.000 ευρώ, ενώ σε μεγάλη επιχείρηση με επαναλαμβανόμενη παράβαση μπορεί να φθάσει σε πολλαπλάσια επίπεδα.
Σημειώνεται ότι η βάση ελέγχου είναι το λεγόμενο μικτό περιθώριο κέρδους. Σύμφωνα με την ΠΝΠ οι αρχές συγκρίνουν το περιθώριο που είχε μια επιχείρηση το 2025 με αυτό που έχει σήμερα αν το έχει αυξήσει χωρίς αντίστοιχη αύξηση κόστους, τότε θεωρείται ότι υπάρχει αθέμιτη κερδοφορία.
Σε ότι αφορά τον έλεγχο, αυτός αφορά μια λίστα 63 βασικών κατηγοριών που επηρεάζουν άμεσα το κόστος ζωής των καταναλωτών. Σε αυτά περιλαμβάνονται τρόφιμα πρώτης ανάγκης όπως ψωμί, γάλα, μακαρόνια, κρέας και όσπρια, αλλά και προϊόντα καθημερινής χρήσης, όπως απορρυπαντικά, χαρτί υγείας και είδη προσωπικής υγιεινής.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα καύσιμα, όπου ορίζονται συγκεκριμένα ανώτατα περιθώρια κέρδους ανά λίτρο 5 λεπτά για τις εταιρείες εμπορίας και 12 λεπτά για τα πρατήρια λιανικής. Η υπέρβαση αυτών των ορίων συνιστά αυτομάτως παράβαση και ενεργοποιεί τον ίδιο μηχανισμό υπολογισμού προστίμων.