Το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα συμβάλλει στη στεγαστική κρίση της χώρας καθώς οδηγεί σε υποεπένδυση στα ακίνητα και την αναποτελεσματική λειτουργία του κλάδου, όπως υποστηρίζει νέα έκθεση της Resi Company.
Αν και η κουλτούρα της υψηλής ιδιοκατοίκησης ακούγεται ελκυστική, δημιουργεί σημαντικές ανεπάρκειες στην αγορά, σύμφωνα με τη Resi Company, εταιρεία που δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη ακινήτων.
«Η Ελλάδα δεν διαθέτει μια ξεχωριστή και θεσμικά επενδύσιμη αγορά ενοικιαζόμενων κατοικιών. Πάνω από τα δύο τρίτα του οικιστικού αποθέματος ανήκουν σε ιδιώτες και η πλειονότητα των κατοικιών βρίσκεται σε πολυκατοικίες, όπου τα διαμερίσματα κατοικούνται από τους ιδιοκτήτες τους, ενοικιάζονται μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα, ή παραμένουν κλειστά και εκτός του διαθέσιμου αποθέματος», αναφέρει η έκθεση.
«Σημαντικό είναι όμως ότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χρόνια υποεπένδυση στον τομέα, οδηγώντας σε ανεπαρκές, χαμηλότερης ποιότητας και υπερτιμημένο απόθεμα. Οι μεμονωμένοι ιδιοκτήτες συχνά στερούνται της ικανότητας, της εμπειρογνωμοσύνης ή του κινήτρου να επενδύσουν επαρκώς στις ιδιοκτησίες τους. Τα κτίρια είναι επίσης ανεπαρκώς συντηρημένα, καθώς οι βελτιώσεις εξαρτώνται από μια αναποτελεσματική και κατακερματισμένη δομή ιδιοκτησίας και αδειοδότησης», σημειώνεται.
Αν και το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει οριακά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στοιχεία για το 2024 δείχνουν ότι το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα βρίσκεται στο 69,7%, λίγο πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27, που είναι στο 69,2%.
Κοντά της είναι η Ιρλανδία, ενώ πιο πάνω, μεταξύ 75% και 76%, βρίσκονται η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία, σύμφωνα με τη Statista.
Στη συνέχεια, η Resi Company σημειώνει ότι «για τους ενοικιαστές αυτή η κατακερματισμένη βάση ιδιοκτησίας δημιουργεί μια ακριβή, μη επαγγελματική και δυσπρόσιτη προσφορά κατοικιών: μια αγορά που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα όσον αφορά την ποιότητα, περιορισμένο ιστορικό ή φήμη των ιδιοκτητών και απουσία τυποποίησης στα επίπεδα εξυπηρέτησης».