Με αιχμηρό τόνο υπερασπίστηκε τη στρατηγική της Ελλάδας στη φαρμακευτική πολιτική ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών 2026, απαντώντας στις επικρίσεις για τη δημόσια δαπάνη και τη λειτουργία του συστήματος.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η διαδικασία συνταγογράφησης καθορίζεται κυρίως από τους γιατρούς, ενώ το κράτος είναι υποχρεωμένο να καλύπτει τις θεραπείες που συνταγογραφούνται. Όπως ανέφερε, το βασικό ζητούμενο είναι η εξισορρόπηση της πρόσβασης των ασθενών στην καινοτομία με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.
«Μύθος» ότι η Ελλάδα δαπανά λιγότερα
Ο κ. Γεωργιάδης αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα δαπανά λιγότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες για φάρμακα, τονίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται κοντά ή και πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα προσφέρει υψηλό επίπεδο πρόσβασης σε θεραπείες, συχνά ταχύτερα και ευρύτερα από άλλα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας, ειδικά σε ογκολογικά φάρμακα και στην κάλυψη των ανασφάλιστων πολιτών.
Πίεση στην Ευρώπη από ΗΠΑ και Κίνα
Ο υπουργός Υγείας αναφέρθηκε επίσης και στις έντονες διεθνείς πιέσεις που δέχεται η Ευρώπη στον τομέα της φαρμακευτικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις σε ΗΠΑ και Ασία αναδιαμορφώνουν ριζικά το παγκόσμιο περιβάλλον της καινοτομίας και των επενδύσεων.
Όπως τόνισε, η ΕΕ αρχικά κινδύνευσε να υιοθετήσει ρυθμίσεις που θα υπονόμευαν την ελκυστικότητα της φαρμακευτικής καινοτομίας, κάτι που, όπως είπε, αποφεύχθηκε, με καθοριστική και την ελληνική συμβολή. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι παραμένουν ανοιχτές κρίσιμες προκλήσεις, όπως η ανάγκη αναθεώρησης ή αναβολής ευρωπαϊκών οδηγιών που ενδέχεται να εκτινάξουν το κόστος των φαρμάκων και να επηρεάσουν τη διαθεσιμότητά τους.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο υπουργός επεσήμανε ότι η ήπειρος έχει χάσει σημαντικό έδαφος στην έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμάκων σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, γεγονός που απαιτεί άμεση στρατηγική αναστροφή με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων.
Ενδεικτικά ανέφερε ότι στις αρχές του 2000 η Ευρώπη είχε σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής τα 2/3 των ερευνών και των εφευρέσεων νέων μορίων και ήταν πολύ μπροστά από την Κίνα και την Ινδία.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά η Αμερική έχει φύγει περίπου 7 φορές πάνω από την Ευρώπη. Η δεύτερη είναι η Κίνα που είναι περίπου στα 2/3 της Αμερικής. Δηλαδή η Ευρώπη έχει χάσει σε 25 χρόνια ένα τεράστιο μερίδιο στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα.
Παπαδημητρίου: Ασφυκτικό το clawback
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) Ολύμπιος Παπαδημητρίου, αναφερόμενος στην φαρμακευτική πολιτική της Ελλάδας, σημείωσε ότι εκπρόσωποι της αγοράς αναγνωρίζουν μεν τις προσπάθειες που γίνονται, αλλά επισημαίνουν ότι η λογική των κλειστών προϋπολογισμών παραμένει μονομερής: το κράτος ορίζει τι θα δαπανήσει, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη για το τι πραγματικά απαιτείται να καλυφθεί.
Το αποτέλεσμα είναι αυξανόμενες επιστροφές (σσ. clawback), που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν σε επίπεδα μη βιώσιμα για επιμέρους φάρμακα, δημιουργώντας κίνδυνο απόσυρσης από την αγορά.
Την ίδια στιγμή, η πίεση αυξάνεται καθώς η καινοτομία επιταχύνεται και νέα, ακριβά φάρμακα εισέρχονται διαρκώς στο σύστημα. Οι όποιες μεταρρυθμίσεις βρίσκονται σε εξέλιξη εκτιμάται ότι θα χρειαστούν χρόνο για να αποδώσουν, ενώ η δαπάνη συνεχίζει να «τρέχει».
Η Ευρώπη χάνει έδαφος
Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή φαρμακευτική πολιτική, τόνισε ότι σε ένα περιβάλλον έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού, η Ευρώπη δείχνει να χάνει έδαφος στη μάχη της φαρμακευτικής καινοτομίας, με τις ΗΠΑ και -πλέον- την Κίνα να επιταχύνουν δυναμικά. Οι παρεμβάσεις στο πλαίσιο της αναθεώρησης της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής νομοθεσίας, αν και απέτρεψαν τα χειρότερα, δεν φαίνεται να αρκούν για να αντιστρέψουν την πτωτική πορεία της ηπείρου, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: η Κίνα έχει ήδη περάσει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών μορίων, αφήνοντας την Ευρώπη τρίτη, ενώ προηγείται πλέον και σε επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης με 109 δισ. ευρώ, έναντι 71 δισ. των ΗΠΑ και μόλις 52 δισ. της Ευρώπης. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια σαφή απώλεια ανταγωνιστικότητας, χωρίς μέχρι στιγμής πειστική ευρωπαϊκή απάντηση.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ