Συμπίεση των νέων συντάξεων του ιδιωτικού τομέα και έντονες εισοδηματικές πιέσεις για την πλειονότητα των συνταξιούχων στην χώρα μας, αποτυπώνει η έκθεση του συστήματος «Ήλιος» για τον Μάιο.
Οι νέες συντάξεις του ιδιωτικού τομέα είναι μικρότερες κατά 45,7% ή 644 ευρώ σε σχέση με τις νέες συντάξεις του Δημοσίου, οι οποίες κατά μέσο όρο κυμάνθηκαν στα 1.400 ευρώ, έναντι 763 του ιδιωτικού τομέα.
Στο σύνολο των συντάξεων, παλαιών και νέων, η μέση δαπάνη για κύρια σύνταξη ήταν μόλις 866 ευρώ, για επικουρική 196 ευρώ, ενώ το μέσο μέρισμα δεν υπερέβη τα 116 ευρώ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ολοένα και περισσότερο, διευρύνεται το χάσμα μεταξύ παλαιών και νέων συντάξεων όπως άλλωστε και μεταξύ των συντάξεων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα που χορηγεί ο ΕΦΚΑ, με τα δεδομένα να δείχνουν ότι μεγάλοι χαμένοι είναι οι νέοι συνταξιούχοι και δη όσοι προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα.
Ειναι αυτοί που υπέστησαν σε μεγαλύτερο βαθμό, τις συνέπειες της μακράς περιόδου οικονομικής κρίσης, της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας αλλά και του νέου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων.
Αναλυτικά, τα στοιχεία δείχνουν πως η μέση νέα σύνταξη που απονεμήθηκε τον Μάιο σε ασφαλισμένους προερχόμενους από τον ιδιωτικό τομέα ανήλθε μόλις στα 763 ευρώ. Αντίθετα, η μέση σύνταξη που χορηγήθηκε σε συνταξιούχους του Δημοσίου έφθασε στα 1.407,23 ευρώ.
Η διαφορά των 644 ευρώ μεταφράζεται σε απόκλιση 45,78%, ποσοστό που παραμένει εξαιρετικά υψηλό και επιβεβαιώνει μια τάση που καταγράφεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Το στοιχείο που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων συντάξεων αφορά ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα με τις συντάξιμες αποδοχές τους να βρίσκονται πολύ κοντά στα όρια της οικονομικής ευαλωτότητας.
Μνημονιακή δεκαετία
Συνολικά, τον περασμένο Μάιο απονεμήθηκαν 18.833 νέες συντάξεις από τον ΕΦΚΑ που αφορούσαν εργαζόμενους, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες του ιδιωτικού τομέα, έναντι μόλις 1.643 συντάξεων του Δημοσίου, με την πορεία των μισθών κατά τη μνημονιακή δεκαετία να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο τελικό ποσό σύνταξης.
Η μείωση των αποδοχών, η εκτεταμένη χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, οι περίοδοι ανεργίας, η αδήλωτη εργασία και η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων είχαν άμεση επίδραση στις συντάξιμες αποδοχές εκατοντάδων χιλιάδων ασφαλισμένων.
Παράλληλα, για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες, η επιλογή χαμηλότερων ασφαλιστικών κατηγοριών, λόγω περιορισμένων εισοδημάτων, οδήγησε σε αντίστοιχα χαμηλότερες συνταξιοδοτικές παροχές.
Ο τρόπος υπολογισμού
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και ο τρόπος υπολογισμού των νέων συντάξεων, όπως επισημαίνει και η ΕΝΥΠΕΚ. Σε αντίθεση με παλαιότερα συστήματα, όπου μεγαλύτερη βαρύτητα είχαν οι αποδοχές των τελευταίων ετών εργασίας, σήμερα η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο των αποδοχών ολόκληρου του ασφαλιστικού βίου. Αυτό σημαίνει ότι οι χαμηλοί μισθοί της περιόδου της κρίσης, οι διακοπές στην ασφάλιση και τα χρόνια με μειωμένες αποδοχές ακολουθούν τον ασφαλισμένο μέχρι τη συνταξιοδότησή του.
Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή δημιουργία δύο διαφορετικών «γενεών» συνταξιούχων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι παλαιότεροι συνταξιούχοι, οι οποίοι θεμελίωσαν δικαιώματα σε περιόδους υψηλότερων μισθών και ευνοϊκότερων κανόνων υπολογισμού. Από την άλλη, οι νέοι συνταξιούχοι, κυρίως του ιδιωτικού τομέα, εισέρχονται στο σύστημα με αισθητά χαμηλότερες παροχές.
Η μέση κύρια σύνταξη διαμορφώθηκε τον Μάιο στα 865,99 ευρώ μεικτά, την ίδια στιγμή που περίπου 1,13 εκατ. συνταξιούχοι λαμβάνουν κύρια σύνταξη έως 1.000 ευρώ. Από αυτούς, σχεδόν 265.000 ζουν με σύνταξη που δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ.