Ύστερα από οκτώ χρόνια διαπραγματεύσεων, Βρυξέλλες και Καμπέρα ολοκλήρωσαν τον περασμένο Μάρτιο τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου (FTA), δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο οικονομίες που αντιπροσωπεύουν κοντά στα 500 εκατομμύρια καταναλωτές σε Ευρώπη και Αυστραλία.
Η συμφωνία δεν περιορίζεται στην κατάργηση δασμών, αλλά επεκτείνεται στις υπηρεσίες, τις δημόσιες προμήθειες, τις επενδύσεις, την έρευνα, την τεχνολογία και τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η εφαρμογή της αναμένεται να αυξήσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την Αυστραλία κατά 33% μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Ποια όμως είναι η επίπτωση για την Ελλάδα; Σύμφωνα με report του ΟΕΥ της ελληνικής πρεσβείας στην Καμπέρα, ο πιο άμεσος ωφελημένος είναι ο αγροδιατροφικός τομέας. Η κατάργηση των δασμών από την πρώτη ημέρα εφαρμογής της συμφωνίας ή σε σύντομο μεταβατικό διάστημα για ορισμένα προϊόντα μειώνει το κόστος εισόδου ελληνικών προϊόντων στην αυστραλιανή αγορά.
Για προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, τα τυριά, οι επιτραπέζιες ελιές, τα κρασιά και τα μεταποιημένα τρόφιμα, η εξέλιξη αυτή βελτιώνει αισθητά την ανταγωνιστικότητά τους απέναντι σε προμηθευτές από τρίτες χώρες.
Η συμφωνία ανοίγει επίσης τον δρόμο για μεγαλύτερη παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών στην αυστραλιανή αγορά. Περιλαμβάνει διευκολύνσεις σε τομείς όπως: ναυτιλιακές υπηρεσίες, αρχιτεκτονικές και τεχνικές μελέτες, νομικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, έρευνα και ανάπτυξη, εκπαίδευση, τουρισμός και φιλοξενία, περιβαλλοντικές υπηρεσίες και νέες τεχνολογίες.
Επίσης η συμφωνία προβλέπει την προστασία 396 ευρωπαϊκών γεωγραφικών ενδείξεων και οδηγεί σε αναδιοργάνωση του αυστραλιανού συστήματος προστασίας ΠΟΠ με βάση ευρωπαϊκά πρότυπα.
Οι δύσκολοι συμβιβασμοί
Παρά τα οφέλη για τις ελληνικές εξαγωγές, η Ελλάδα δεν πέτυχε όλα όσα επιδίωκε στο μέτωπο των γεωγραφικών ενδείξεων και των προϊόντων ονομασίας προέλευσης. Η φέτα, το πλέον αναγνωρίσιμο ελληνικό προϊόν διεθνώς, παραμένει το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της συμφωνίας.
Στην Αυστραλία η ονομασία χρησιμοποιείται από τοπικούς παραγωγούς τυριών, γεγονός που αποτέλεσε το βασικό εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις. Τελικά συμφωνήθηκε καθεστώς «grandfathering», το οποίο επιτρέπει σε παραγωγούς που αποδεδειγμένα χρησιμοποιούσαν την ονομασία συνεχώς και καλόπιστα για τουλάχιστον 5 χρόνια πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας να συνεχίσουν να διαθέτουν τα προϊόντα τους ως «feta».
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα κέρδισε νομική προστασία για το μέλλον και απέτρεψε την εμφάνιση νέων παραγωγών που θα χρησιμοποιούν την ονομασία, χωρίς όμως να πετύχει την πλήρη εξαφάνιση των υφιστάμενων ανταγωνιστικών προϊόντων από τα ράφια της αυστραλιανής αγοράς.
Ανάλογος συμβιβασμός επετεύχθη και για τα ελληνικά αποστάγματα. Οι ονομασίες «ούζο» και «τσίπουρο», που χρησιμοποιούνται από αυστραλιανές επιχειρήσεις κυρίως λόγω της πολυάριθμης ελληνικής κοινότητας στη χώρα, δεν αποκτούν άμεση αποκλειστικότητα. Η συμφωνία προβλέπει μεταβατική περίοδο 7 ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας οι υφιστάμενοι παραγωγοί θα μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τις ονομασίες πριν εφαρμοστεί πλήρως το νέο καθεστώς προστασίας.