Σύνοψη
Οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες διατήρησαν ισχυρά πιστωτικά μεγέθη στο πρώτο εξάμηνο του 2026, με καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ (+2% ετησίως, +11% χωρίς έκτακτα) και μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων περίπου 12%, σύμφωνα με ανάλυση της DBRS. Τα βασικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 8%, το κόστος κινδύνου υποχώρησε στις 44 μονάδες βάσης και η ποιότητα ενεργητικού παρέμεινε σταθερή, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 2,6%. Παρά τη μετρίως χαμηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια, τα εποπτικά περιθώρια παραμένουν άνετα σε ένα περιβάλλον αυξημένων εξωτερικών κινδύνων. |
Οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες (Alpha Bank S.A., Eurobank S.A., National Bank of Greece S.A. και Piraeus Bank S.A.) διατήρησαν ισχυρά θεμελιώδη πιστωτικά μεγέθη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με στήριξη από την ανθεκτική κερδοφορία, τη σταθερή ποιότητα ενεργητικού, την ισχυρή πιστωτική επέκταση, καθώς και τις εύρωστες θέσεις χρηματοδότησης και κεφαλαίων, επισημαίνει η DBRS σε ανάλυσή της.
Κατά τους προσεχείς μήνες, αναμένουμε ότι οι εξωτερικοί κίνδυνοι θα παραμείνουν αυξημένοι· ωστόσο, η ανθεκτική κερδοφορία, τα ισχυρά αποθέματα προβλέψεων και οι άφθονοι πόροι χρηματοδότησης και κεφαλαίου παρέχουν τη δυνατότητα απορρόφησης ενδεχόμενων κραδασμών.
Οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 2,4 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση ή κατά 11% εξαιρουμένων των έκτακτων στοιχείων, ενώ η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) διατηρήθηκε σε ισχυρό επίπεδο, περίπου στο 12%.
Τι αλλάζει τώρα
| Βασικές αλλαγές |
| ► Ενισχύεται η κερδοφορία, με καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ και μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) περίπου 12%. |
| ► Επιταχύνονται τα βασικά έσοδα κατά 8% ετησίως, με τα καθαρά έσοδα από προμήθειες στο +20%. |
| ► Υποχωρεί το κόστος κινδύνου (COR) σε περίπου 44 μονάδες βάσης, με τις προβλέψεις για ζημίες από δάνεια (LLPs) μειωμένες κατά 24%. |
| ► Σταθεροποιείται η ποιότητα ενεργητικού, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) αμετάβλητο στο 2,6%. |
| ► Αυξάνεται το λειτουργικό κόστος κατά 10%, με τον μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα στο 36%. |
| ► Μειώνεται ο μέσος δείκτης CET1 (κεφάλαια υψηλής ποιότητας) στο 14,9% από 15,5%, με περιθώριο περίπου 470 μονάδων βάσης έναντι των ελάχιστων απαιτήσεων. |
Η αύξηση των εσόδων υποστηρίχθηκε από την ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους (NII), την ισχυρή πιστωτική επέκταση και την αύξηση των εσόδων από προμήθειες, γεγονός που αντανακλά τη βελτιούμενη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων.
Παρά την αύξηση του λειτουργικού κόστους, η λειτουργική κερδοφορία παρέμεινε ανθεκτική, οδηγώντας τις τράπεζες στην επιβεβαίωση ή την αναβάθμιση των προβλέψεών τους για το 2026, κυρίως λόγω βελτιωμένων παραδοχών όσον αφορά τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια, την πιστωτική επέκταση και τα έσοδα από προμήθειες.
Το κόστος πιστωτικού κινδύνου υποχώρησε περαιτέρω, αν και οι τράπεζες διατήρησαν συνετή πολιτική προβλέψεων για την αντιμετώπιση των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και επιλεγμένων κινδύνων από παλαιά ανοίγματα.
Η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερή, με στήριξη από τον περιορισμένο σχηματισμό νέων προβληματικών δανείων, τη συνεχιζόμενη απομείωση κινδύνου και την ισχυρή πιστωτική επέκταση. Αν και η ποιότητα του ενεργητικού θα μπορούσε να δεχθεί πιέσεις λόγω ενός ασθενέστερου λειτουργικού περιβάλλοντος, τα ισχυρά κέρδη και τα αποθέματα προβλέψεων παρέχουν σημαντική ικανότητα απορρόφησης ζημιών.
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από ισχυρά προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, τα οποία στηρίζονται στην αυξανόμενη καταθετική βάση και στη βελτιωμένη πρόσβαση στις αγορές. Η κεφαλαιοποίηση παρέμεινε εύρωστη, παρά την επιχειρηματική ανάπτυξη και τις αυξημένες διανομές κεφαλαίου, υποστηριζόμενη από την ισχυρή εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου, τα άνετα εποπτικά κεφαλαιακά αποθέματα και τη βελτιούμενη ποιότητα των κεφαλαίων.
Ισχυρή αύξηση των βασικών εσόδων
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, τα συνολικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση, με κινητήριες δυνάμεις την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) και των καθαρών εσόδων από προμήθειες, οι οποίες υπεραντιστάθμισαν τη μείωση των λοιπών μη επιτοκιακών εσόδων. Τα βασικά έσοδα, που περιλαμβάνουν τα καθαρά έσοδα από τόκους και τα καθαρά έσοδα από προμήθειες, αυξήθηκαν κατά ακόμη ισχυρότερο ποσοστό, 8% σε ετήσια βάση.
Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, υποστηριζόμενα από τη συνεχιζόμενη αύξηση των χορηγήσεων, τα υψηλότερα έσοδα από το χαρτοφυλάκιο ομολόγων και την αύξηση των επιτοκίων πολιτικής κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026.
Οι παράγοντες αυτοί υπεραντιστάθμισαν τις επιπτώσεις του χαμηλότερου επιτοκιακού περιβάλλοντος και της συμπίεσης των περιθωρίων σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Οι προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους κατά το υπόλοιπο του 2026 παραμένουν με ανοδική κλίση, υποστηριζόμενες από το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη ισχυρή πιστωτική επέκταση.
Προμήθειες και διαφοροποίηση εσόδων
Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 20% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, λόγω της αυξημένης δραστηριότητας στους τομείς της διαχείρισης περιουσίας, των τραπεζικών υπηρεσιών συναλλαγών, των ασφαλιστικών εργασιών και των δραστηριοτήτων στις κεφαλαιαγορές.
Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να διαφοροποιούν τη βάση των εσόδων τους προς δραστηριότητες που παράγουν προμήθειες. Ως αποτέλεσμα, τα έσοδα από προμήθειες αντιπροσώπευσαν περίπου το 23% των συνολικών εσόδων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 20% ένα έτος νωρίτερα, ενισχύοντας τη διαφοροποίηση των εσόδων και περιορίζοντας την απόσταση από τις ευρωπαϊκές ομοειδείς τράπεζες.
Οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 10% σε ετήσια βάση, αντανακλώντας κυρίως εξαγορές, υψηλότερες αμοιβές προσωπικού και τη συνεχιζόμενη επένδυση στην τεχνολογία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Παρά τις πιέσεις αυτές, η λειτουργική αποδοτικότητα παρέμεινε ισχυρή, με τον μέσο δείκτη κόστους προς έσοδα (λειτουργικά έξοδα ως ποσοστό εσόδων) να διαμορφώνεται στο 36% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Τα συνολικά έσοδα προ προβλέψεων αυξήθηκαν κατά 3% σε ετήσια βάση, παρέχοντας ένα ισχυρό κερδοφορικό απόθεμα για την απορρόφηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου μέσω της επαναλαμβανόμενης λειτουργικής κερδοφορίας.
Χαμηλότερο κόστος κινδύνου, συνετές προβλέψεις
Οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια (LLPs) μειώθηκαν κατά 24% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, αντανακλώντας την ενίσχυση του προφίλ κινδύνου των τραπεζών, παρά το περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ως αποτέλεσμα, το μέσο ετησιοποιημένο κόστος κινδύνου (COR) βελτιώθηκε σε περίπου 44 μονάδες βάσης (μ.β.) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, επωφελούμενο τόσο από τις χαμηλότερες προβλέψεις όσο και από τη συνεχιζόμενη αύξηση του χαρτοφυλακίου δανείων.
Οι ελληνικές τράπεζες επικαιροποίησαν τα πλαίσια σχηματισμού προβλέψεων ώστε να ενσωματώνουν τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους και αναγνώρισαν πρόσθετες προβλέψεις που σχετίζονται με τις εκθέσεις τους σε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, καθώς και με τις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου στις παραδοχές υπολογισμού των επιτοκίων στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη (ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών).
Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κινδύνων που απορρέουν από την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ και από την υψηλότερη επιβάρυνση τόκων που συνδέεται με ορισμένα αναδιαρθρωμένα δάνεια προερχόμενα από παλαιότερες συναλλαγές τιτλοποίησης. Παρότι ορισμένες τράπεζες χρησιμοποιούν πρόσθετες προβλέψεις διοικητικής κρίσης (management overlays) που είχαν συσσωρεύσει τα προηγούμενα χρόνια για να απορροφήσουν μέρος αυτών των κινδύνων, η κάλυψη μέσω προβλέψεων παραμένει ισχυρή.
Η πτωτική τάση του κόστους κινδύνου αντανακλά τη σημαντική εξυγίανση των ισολογισμών και τη μείωση του κινδύνου που επιτεύχθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, οι τράπεζες ενδέχεται να επιλέξουν να ενισχύσουν περαιτέρω τα αποθέματα προβλέψεων κατά τα προσεχή τρίμηνα, εφόσον οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι παραμείνουν αυξημένοι ή οι ζημίες που σχετίζονται με τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και τα δάνεια που υπάγονται στον Νόμο Κατσέλη υπερβούν τις τρέχουσες εκτιμήσεις. Οποιαδήποτε ανοδική πίεση στο κόστος κινδύνου είναι πιθανό να αντισταθμιστεί από τις ανθεκτικές προοπτικές των εσόδων και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση.
Ποιότητα ενεργητικού: σταθεροποίηση στα βελτιωμένα επίπεδα
Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών έχουν σταθεροποιηθεί στα βελτιωμένα επίπεδά τους, υποστηριζόμενοι από τη συνεχιζόμενη οργανική διαχείριση προβληματικών ανοιγμάτων, τις περιορισμένες νέες εισροές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), την ισχυρή πιστωτική επέκταση και τα υψηλά αποθέματα προβλέψεων.
Ο μέσος δείκτης ακαθάριστων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρέμεινε αμετάβλητος στο 2,6% στα τέλη Ιουνίου 2026 σε σύγκριση με το τέλος του 2025, ενώ ο μέσος καθαρός δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αυξήθηκε οριακά στο 0,6% από 0,5%, αντανακλώντας κυρίως ορισμένες αποδεσμεύσεις προβλέψεων. Ο μέσος δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, βάσει των συνολικών προβλέψεων για ζημίες από δάνεια, υποχώρησε σε περίπου 80% από 85%, αλλά παρέμεινε ισχυρός με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Μεσοπρόθεσμα, η ποιότητα του ενεργητικού θα μπορούσε να δεχθεί πιέσεις από τις έμμεσες επιπτώσεις της εντεινόμενης γεωπολιτικής έντασης, όπως οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, οι αναζωπυρωμένες πληθωριστικές πιέσεις και η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα.
Πιστωτική επέκταση πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν ένα από τα ισχυρότερα προφίλ πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη, υποστηριζόμενο από τις επιχειρηματικές χορηγήσεις που συνδέονται με επενδυτικές δραστηριότητες, έργα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ευνοϊκές εγχώριες οικονομικές συνθήκες.
Παρότι η αύξηση των επιχειρηματικών δανείων έχει επιβραδυνθεί, παρέμεινε ισχυρή, περίπου στο 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, που διαμορφώθηκε περίπου στο 4%.
Η χρηματοδότηση των νοικοκυριών συνέχισε επίσης να ανακάμπτει, αυξανόμενη κατά περίπου 2,8% σε ετήσια βάση και ευθυγραμμιζόμενη σε γενικές γραμμές με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (2,9%). Η ανάκαμψη αντανακλά τη βελτίωση της πιστωτικής ζήτησης, αν και ο δανεισμός των νοικοκυριών εξακολουθεί να περιορίζεται από την κληρονομιά της παρατεταμένης περιόδου απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας και από την ακόμη υποτονική δραστηριότητα στην αγορά στεγαστικών δανείων.
Κεφάλαια: μετρίως χαμηλότεροι δείκτες, άνετα περιθώρια
Η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών παραμένει εύρωστη, υποστηριζόμενη από την υγιή οργανική δημιουργία κεφαλαίου, η οποία εξακολουθεί να αντισταθμίζει τις επιπτώσεις της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, των εξαγορών, των αυξημένων διανομών προς τους μετόχους και της απόσβεσης των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs).
Στα τέλη Ιουνίου 2026, ο μέσος δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) υποχώρησε στο 14,9% από 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο μέσος συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας μειώθηκε στο 19,7% από 20,1%.
Παρά ταύτα, τα εποπτικά κεφαλαιακά περιθώρια ασφαλείας παραμένουν άνετα, με το μέσο περιθώριο του δείκτη CET1 να ανέρχεται σε περίπου 470 μονάδες βάσης πάνω από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις. Αναμένουμε ότι οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας θα υποχωρήσουν μετρίως στη διάρκεια του 2026, καθώς οι τράπεζες θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την επιχειρηματική τους ανάπτυξη και να διαθέτουν κεφάλαια μέσω διανομών και επιλεκτικών εξαγορών. Ταυτόχρονα, η ποιότητα των κεφαλαίων βελτιώθηκε περαιτέρω, με τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις να αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των κεφαλαίων CET1 στα τέλη Ιουνίου 2026, έναντι 43% στο τέλος του 2025.
Watch Now
| Τι να παρακολουθήσετε |
| ► Παρακολουθήστε την εξέλιξη των προβλέψεων για τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και τα δάνεια του Νόμου Κατσέλη, που μπορούν να ασκήσουν ανοδική πίεση στο κόστος κινδύνου από τις 44 μ.β. |
| ► Ελέγξτε την πορεία των κεφαλαιακών δεικτών στο υπόλοιπο του 2026, με τον μέσο CET1 στο 14,9% και περιθώριο περίπου 470 μ.β. έναντι των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων. |