Οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες — Εθνική (BBB+/Stable), Alpha Bank (BBB/Stable), Eurobank και Πειραιώς— παρουσίασαν ένα ισχυρό σύνολο αποτελεσμάτων για το α’ εξάμηνο, επισημαίνει ανάλυση της Scope.
Αναθεωρήσαμε προς τα πάνω κατά 10 μονάδες βάσης τις εκτιμήσεις μας για τα καθαρά περιθώρια επιτοκίου σε σχέση με το Greek Bank Outlook του Μαρτίου, καθώς τα υψηλότερα επιτόκια Euribor θα αντισταθμίσουν τη συμπίεση των περιθωρίων στις νέες χορηγήσεις. Αναμένουμε επίσης υψηλότερη αύξηση των εσόδων από προμήθειες και αμοιβές, λόγω της δυναμικής στις πωλήσεις προϊόντων wealth management και προστασίας, καθώς και στον τομέα του transaction banking.
Ωστόσο, αναμένουμε επίσης υψηλότερο κόστος πιστωτικού κινδύνου για το σύνολο του έτους, άνω των 50 μονάδων βάσης, καθώς εκτιμούμε ότι οι τράπεζες θα υιοθετήσουν πιο συντηρητική πολιτική προβλέψεων εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενός λιγότερο προβλέψιμου μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Η Πειραιώς έχει ήδη αυξήσει την πρόβλεψή της για το σύνολο του έτους σε περίπου 60 μονάδες βάσης, από 50 μονάδες βάσης, ενσωματώνοντας εν μέρει μια έκτακτη επίπτωση που συνδέεται με τον νόμο Κατσέλη για τους προστατευόμενους δανειολήπτες στεγαστικών δανείων.
Οι ισχυρές λειτουργικές συνθήκες εξακολουθούν να στηρίζουν τη ζήτηση για πιστώσεις και να ενισχύουν την ποιότητα του ενεργητικού. Η επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων παραμένει ισχυρή, ενώ ο τουρισμός οδεύει προς ακόμη μία χρονιά-ρεκόρ.
Παράλληλα, η απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) οδηγεί τις δημόσιες επενδύσεις σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η ανεργία συνεχίζει να υποχωρεί σε χαμηλά επίπεδα πολλών ετών. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα δημοσιονομικά αποθέματα που έχουν συσσωρευθεί μέσω διατηρούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων, προκειμένου να μετριάσει τον αντίκτυπο του υψηλότερου ενεργειακού κόστους στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Έχει ήδη δαπανήσει 800 εκατ. ευρώ για τον σκοπό αυτό.
Οι τράπεζες κατέγραψαν διατηρούμενη αύξηση των χορηγήσεων κατά το δεύτερο τρίμηνο. Η Eurobank αύξησε την πρόβλεψή της για την καθαρή επέκταση των δανείων σε τουλάχιστον 4,5 δισ. ευρώ, από 3,8 δισ. ευρώ, ενώ τόσο η Alpha Bank όσο και η Πειραιώς δήλωσαν ότι βρίσκονται σε τροχιά υπέρβασης των αντίστοιχων στόχων τους, επισημαίνουν οι αναλυτές.
Η εταιρική χρηματοδότηση παραμένει η βασική δραστηριότητα των ελληνικών τραπεζών. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι χορηγήσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 9,8% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026, με τη ζήτηση να επικεντρώνεται στις υποδομές, την ενεργειακή μετάβαση, τα έργα που συνδέονται με τον τουρισμό και τη ναυτιλία.
Η δυναμική αύξησης των καθαρών εσόδων από προμήθειες και αμοιβές συνεχίζεται αμείωτη, καθώς οι διοικήσεις επιδιώκουν διαφοροποίηση των εσόδων πέραν των παραδοσιακών δραστηριοτήτων χορηγήσεων.
Αυτό αποτυπώνεται σε πρόσφατες στρατηγικές κινήσεις: στην ενσωμάτωση της AXIA από την Alpha Bank σε μια ευρύτερη πλατφόρμα wholesale/investment banking και στην εμβάθυνση της συνεργασίας της με τη UniCredit· στη νέα συνεργασία bancassurance της National Bank of Greece με την Allianz και στη συνεργασία της στον τομέα των ακινήτων με τη Dromeus Capital· καθώς και στις πρόσφατες επενδύσεις της Πειραιώς και της Eurobank σε ασφαλιστικές εταιρείες (Εθνική Ασφαλιστική και Eurolife, αντίστοιχα).
Σε αυτό το πλαίσιο, αναμένουμε ότι τα έσοδα από προμήθειες και αμοιβές θα αντιπροσωπεύουν περίπου το 25% των βασικών εσόδων το 2026, έναντι 23% το 2025. Παρά την πρόοδο αυτή, η συμβολή των προμηθειών θα παραμείνει συγκριτικά χαμηλή σε σχέση με τα πρότυπα της ΕΕ, αφήνοντας σημαντικό περιθώριο περαιτέρω σύγκλισης.
Η ποιότητα του ενεργητικού και οι κεφαλαιακές θέσεις είναι ισχυρές
Οι τράπεζες έχουν επισημάνει ελάχιστες έως μηδενικές ανησυχίες για την ποιότητα του ενεργητικού. Με εξαίρεση ορισμένες στεγαστικές θέσεις, τα παλαιά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν σε μεγάλο βαθμό διευθετηθεί μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων. Οι δείκτες μικτών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) συνεχίζουν να υποχωρούν σε ολόκληρο τον κλάδο, κυμαινόμενοι από 2,2% έως 3,6% στις τέσσερις τράπεζες κατά το β’ τρίμηνο, με τη μείωση να υποστηρίζεται από υγιή επίπεδα κάλυψης.
Η δημιουργία κεφαλαίου έχει επιβραδυνθεί, καθώς η ισχυρή κερδοφορία συνοδεύεται από αύξηση των χορηγήσεων και συνακόλουθη διεύρυνση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό επιβαρύνεται περαιτέρω από την κατανάλωση κεφαλαίου που συνδέεται με συγχωνεύσεις και εξαγορές (M&A).
Μετά την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής, η Πειραιώς εμφανίζει σχετικά περιορισμένο κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, περίπου 2,6%, ενώ οι άλλες τρεις τράπεζες διατηρούν πιο άνετη κεφαλαιακή θέση — αποθέματα ασφαλείας MDA μεταξύ 4,2% και 6,6%.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη μείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων αποτελεί θετικό παράγοντα. Αυτές αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 40% του κεφαλαίου CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών και εκτιμούμε ότι οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC) θα υποχωρήσουν κάτω από το 20% και για τις τέσσερις τράπεζες το αργότερο έως το 2030.
Η δραστηριότητα στην εταιρική χρηματοδότηση χρήζει παρακολούθησης
Οι βασικοί κίνδυνοι για τη θετική μας εικόνα προέρχονται από την εντεινόμενη ανταγωνιστική πίεση για εταιρικές χορηγήσεις, η οποία ενδέχεται να ενθαρρύνει πιο επιθετικά κριτήρια χορήγησης και αυξανόμενη συγκέντρωση των δανείων.
Σημαντικό μέρος της τρέχουσας ζήτησης για δάνεια συνδέεται με επενδυτικά έργα που σχετίζονται με το RRF, συγκεντρώνοντας την έκθεση σε ένα στενότερο σύνολο μεγάλων επιχειρήσεων. Το ΔΝΤ εκτίμησε πρόσφατα ότι οι συνολικές εκθέσεις έναντι μεγάλων επιχειρήσεων των τεσσάρων σημαντικών ελληνικών τραπεζικών ιδρυμάτων ανέρχονται στο 122% του κεφαλαίου Tier 1, ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση των παραγόντων μετριασμού του κινδύνου.
Περαιτέρω ενδείξεις κινδύνου συγκέντρωσης προέκυψαν το β’ τρίμηνο, όταν περιορισμένος αριθμός μεγάλων εταιρικών συναλλαγών αντιστοιχούσε σε μεγάλο μέρος της αύξησης των καταθέσεων πελατών (+4,8% σε τριμηνιαία βάση και στις τέσσερις τράπεζες).
Οι Σταθερές Προοπτικές Αξιολόγησης (Stable Outlooks) για τη National Bank of Greece και την Alpha Bank αντανακλούν την άποψή μας ότι το ανοδικό περιθώριο που προκύπτει από τη βελτίωση των χρηματοοικονομικών θεμελιωδών μεγεθών και οι καθοδικοί κίνδυνοι από την ταχεία επέκταση των χορηγήσεων και τη μακροοικονομική αβεβαιότητα είναι επί του παρόντος ισορροπημένοι, καταλήγει.