Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ΙΟΒΕ: Η αγορά των ξενοδοχειακών υπηρεσιών

Σε επτά σημεία (ανεπαρκή τεχνική υποδομή, έντονη εποχικότητα κ.α.) επικεντρώνονται οι προβληματισμοί των εκπροσώπων των εγχωρίων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, όσον αφορά την πορεία του κλάδου, καθώς από το 1997 έως το 2001 αντιμετώπισαν σημαντικά προβλήματα ρευστότητας, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ.

ΙΟΒΕ: Η αγορά των ξενοδοχειακών υπηρεσιών
Τις προοπτικές αλλά και τα προβλήματα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων παρουσιάζει σε ειδική μελέτη για τον κλάδο, το Ίδρυμα Βιομηχανικών και Οικονομικών Ερευνών.

Αν και οι προοπτικές του κλάδου εμφανίζονται θετικές για τα επόμενα έτη ταυτόχρονα ένας μεγάλος αριθμός ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εκφράζει έντονη ανησυχία για το μέλλον του κλάδου βραχυχρόνια.

Σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ, οι κυριότεροι λόγοι αισιοδοξίας για την πορεία του κλάδου συνοψίζονται στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, στην υλοποίηση και βελτίωση μεγάλου αριθμού έργων υποδομής (μετρό, αεροδρόμιο Σπάτων, οδικό δίκτυο, προαστιακός σιδηρόδρομος, κ.λ.π), στην ενίσχυση της ειδικής τουριστικής υποδομής των ξενοδοχειακών καταλυμάτων (συνεδριακά κέντρα, γήπεδα γκολφ, χιονοδρομικά κέντρα, κ.λ.π), στην καλύτερη αξιοποίηση των Ευρωπαϊκών διαρθρωτικών κονδυλιών (εκπαίδευση, απασχόληση) και στα θετικά οφέλη από την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ.



Από την άλλη πλευρά οι ανησυχίες των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων επικεντρώνονται κυρίως στον έντονο ανταγωνισμό που αντιμετωπίζει στο σύνολο του ο ελληνικός τουριστικός τομέας από άλλες χώρες (Τουρκία, Αίγυπτος, Τυνησία, Μαρόκο, Ρουμανία), οι οποίες δεν συγκαταλέγονται στις παραδοσιακά ανταγωνίστριες χώρες της Μεσογείου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία).

Η διαφημιστική δαπάνη, που αποτελεί σημαντική παράμετρος για την προσφορά του τουριστικού προϊόντος, στο σύνολο του προϋπολογισμού των εθνικών οργανισμών τουρισμού, στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει μόλις το 18,7% έναντι 35,7% της Ιταλίας και 83,7% της Πορτογαλίας.

Οι κύριοι προβληματισμοί όπως παρουσιάστηκαν από εκπροσώπους των εγχωρίων επιχειρήσεων εντοπίζονται:

* Ανεπαρκής τεχνική υποδομή (οδικό δίκτυο, αεροδρόμια, σταθμοί λεωφορείων και τρένων, λιμάνια, μαρίνες, τηλεπικοινωνίες, κ.λ.π).

* Ανυπαρξία εξειδικευμένου φορέα, ο οποίος να δρα σε περιφερειακό επίπεδο, με ρόλο το σχεδιασμό, το marketing, την προβολή και τη διαφήμιση του τουριστικού προϊόντος.

* Χαμηλό επίπεδο παρεχόμενης ξενοδοχειακής εκπαίδευσης εκ μέρους της πολιτείας, το οποίο οδηγεί σε ανεπάρκεια ζήτησης για εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

* Έντονη εποχικότητα που εμφανίζει το τουριστικό προϊόν, η οποία αναδεικνύει σημαντικές αδυναμίες του κλάδου (έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού και προβολής, εξάρτηση από μαζικό τουρισμό, κ.λ.π) που περιορίζουν την υγιή και ισόρροπη ανάπτυξη του.

* Υψηλή διαπραγματευτική δύναμη που εμφανίζουν οι τουριστικοί πράκτορες (tour operator).

* Ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού παράνομων (μη καταγεγραμμένων) κλινών (παραξενοδοχεία).

* Έλλειψη συνέπειας και σωστής νοοτροπίας στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, γεγονός που δημιουργεί διακυμάνσεις στους δείκτες ικανοποίησης των πελατών.

Σημείο προβληματισμού αποτελεί και η χρηματοοικονομική κατάσταση του κλάδου η οποία τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια δεν θεωρείται ικανοποιητική. Από την μελέτη προκύπτει ότι οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις αντιμετώπισαν στο διάστημα 1997-2001 προβλήματα ρευστότητας και αποδοτικής χρησιμοποίησης κεφαλαίων.

Το ενεργό ξενοδοχειακό δυναμικό της Ελλάδας για το 2002 αποτελείται από 8.331 ξενοδοχειακές μονάδες. Τα περισσότερα από αυτά είναι συγκεντρωμένα στην περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου (21%) και ακολουθούν η περιφέρεια της Κρήτης (16%), Κεντρικής Μακεδονίας (12%), Ιονία Νησιά (9%) και Αττική (8%). Ο μέσος αριθμός δωματίων ανά ξενοδοχειακή μονάδα ανέρχεται σε 38.

Σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ, οι διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχεία παρουσίασαν την περίοδο 1996-2001 αύξηση με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,1%.

Από τους επιμέρους μήνες, οι υψηλότερες διανυκτερεύσεις παρουσιάζονται τους μήνες Αύγουστο και Ιούλιο και αντιπροσωπεύουν το 20% και 17,5% του συνόλου αντίστοιχα το 2000 ενώ ο Δεκέμβριος και ο Ιανουάριος βρίσκονται στην αντίθετη όχθη με ποσοστά μόλις 1,8%.

Το υψηλότερο ποσοστό διανυκτερεύσεων αντιπροσωπεύει η περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου με ποσοστό 27% του συνόλου και ακολουθούν η Κρήτη με 20%, η Αττική με 13% και τα Ιόνια Νησιά με 11%.

Οι αφίξεις των αλλοδαπών τουριστών στην Ελλάδα, οι οποίες την περίοδο 1990-2001 φαίνεται να παρουσιάζουν μέση αύξηση της τάξης του 4,3% ετησίως. Ωστόσο αν αφαιρεθούν οι αφίξεις αλλοδαπών από τις Βαλκανικές χώρες που αναφέρονται κυρίως σε μετακινήσεις για εύρεση εργασίας, ο ρυθμός αύξησης των αφίξεων περιορίζεται σε 3,4% περίπου.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία, αποτελούν τις χώρες από όπου προέρχονται οι περισσότεροι τουρίστες, με ποσοστά 23% και 20% αντίστοιχα για το έτος 2000. Ακολουθούν με μεγάλη διαφορά η Ιταλία (7%), η Ολλανδία (5,4%) και η Γαλλία (5%).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο