Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ΙΟΒΕ: Επιδεινώθηκε το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα

Για επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα μετά τους ολυμπιακούς αγώνες κάνει λόγο το ΙΟΒΕ, στην τριμηνιαία έρευνά του για την ελληνική οικονομία, ενώ εκτιμά πως ο προϋπολογισμός του 2005 ”δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα προβλήματα που ανέδειξε με οξύτητα η δημοσιονομική απογραφή”.

ΙΟΒΕ: Επιδεινώθηκε το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα
Επιδείνωση του οικονομικού κλίματος μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες εντοπίζει το ΙΟΒΕ στην τριμηνιαία του ανάλυση για την ελληνική οικονομία, με ημερομηνία Δεκέμβριος 2004.



Μετά από εντυπωσιακή βελτίωση του οικονομικού κλίματος στις αρχές του χρόνου, από τον Μάιο και μετά οι προσδοκίες σε όλους τους τομείς της οικονομίας άρχισαν να περιορίζονται. Καθοριστικό στοιχείο σ’ αυτή την εξέλιξη φαίνεται πως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες καθώς η προολυμπιακή αισιοδοξία μετετράπη σε μεταολυμπιακό σκεπτικισμό, αναφέρει το ΙΟΒΕ.

Η αλλαγή, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν εμφανέστερη στις κατασκευές όπου όσο πλησίαζαν οι αγώνες το κλίμα υποχωρούσε βαθμιαία, για να καταρρεύσει μετά την πραγματοποίησή τους. Η μεταστροφή του κλίματος θα πρέπει να αποδοθεί εν μέρει και σε ”ψυχολογικούς” παράγοντες: Η απότομη έξαρση των προσδοκιών που τροφοδοτείται από εφ’ άπαξ εξωγενείς παράγοντες (Ολυμπιακοί Αγώνες, εκλογές) συνοδεύεται συνήθως από ανυπομονησία, η οποία στο σύντομο διάστημα, όταν δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για την επαλήθευση των προσδοκιών, οδηγεί στο άλλο άκρο, στην απότομη υποχώρηση της αισιοδοξίας. Από την άλλη πλευρά ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις ότι οι μετριοπαθέστερες προσδοκίες συνδέονται με ανάλογες εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για το ύψος της ζήτησης.

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις (Προϋπολογισμός, Ε.Ε., ΟΟΣΑ, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται και το 2004 με ταχύ ρυθμό. Παρά το γεγονός ότι σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ έχει επιβραδυνθεί, παραμένει μαζί με την Ιρλανδία ο υψηλότερος της Ευρωζώνης, τονίζεται.

Το τελευταίο τρίμηνο του έτους, μετά και την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών Αγώνων, εκτιμάται ότι η επιβράδυνση θα είναι εντονότερη και ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2004 θα κυμανθεί περί το 3,7%, έναντι 4,5% του 2003.

Βασικός μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας παραμένει η καταναλωτική δαπάνη και ιδιαίτερα η ιδιωτική κατανάλωση. Την άνοδο της κατανάλωσης συνεχίζει να τροφοδοτεί η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων που επιτρέπει την αύξηση της καταναλωτικής πίστης. Πράγματι, η πολιτική αυτή δεν φαίνεται να μεταβάλλεται, αφού η ΕΚΤ δεν δείχνει διατεθειμένη να προβεί σύντομα σε κάποια αύξησή τους.

Αισιόδοξο είναι το ΙΟΒΕ για το 2005 αφού επικαλείται προβλέψεις που προεξοφλούν συνέχιση της ταχείας ανάπτυξης και τον επόμενο χρόνο με την άνοδο του ΑΕΠ να κυμαίνεται στην περιοχή 3,5%- 4%.

Ωστόσο επισημαίνει το ΙΟΒΕ, οι προβλέψεις για το 2005 υπόκεινται τη στιγμή αυτή σε αβεβαιότητες όσον αφορά στην ένταση της ανοδικής πορείας των επιμέρους συνιστωσών του ΑΕΠ, των επενδύσεων και της κατανάλωσης.

Συγκεκριμένα, η κατανάλωση προβλέπεται μεν ότι θα αυξηθεί, είναι όμως ενδεχόμενο ο ρυθμός ανόδου να είναι χαμηλότερος του προβλεπόμενου. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις εξάλλου (δημόσιες και ιδιωτικές), αναμένεται να επιβραδυνθούν σημαντικά, ενώ τα άμεσα θετικά αποτελέσματα του νέου αναπτυξιακού νόμου δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν αξιόπιστα σε αυτή τη φάση.

Η επιβράδυνση αφορά καταρχήν τις κατασκευές, η πορεία των οποίων είναι ήδη έντονα πτωτική. Το 2004 οι παράγοντες που συνέβαλαν στην άνοδο των κατασκευών τα τελευταία χρόνια μεταβάλλονται σταδιακά, καθώς ολοκληρώνονται τα μεγάλα ολυμπιακά έργα. Από την άλλη πλευρά όμως το χρόνο αυτό παρατηρείται και έντονη μείωση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση των έργων υποδομής στοιχειοθετεί την πρόβλεψη ότι το 2004 η οικοδομική δραστηριότητα θα αυξηθεί με πολύ βραδύτερους ρυθμούς απ΄ ό,τι το 2003, ενώ το 2005 είναι ενδεχόμενο να μειωθεί.

Για ηπιότερη οικονομική πολιτική κάνει λόγο το ΙΟΒΕ όσον αφορά την δημοσιονομική προσαρμογή και για τολμηρότερη στον τομέα των αναπτυξιακών επιλογών. Η πρώτη άμεση επίπτωση των εξαγγελιών αυτών στο κλίμα φαίνεται προς το παρόν ουδέτερη. Σε δεύτερη φάση, όταν αρχίσει να υλοποιείται η εξαγγελθείσα οικονομική πολιτική, χωρίς παρεκκλίσεις και με προσέγγιση των στόχων που έχει θέσει, τότε είναι πιθανόν να δράσει θετικά, βελτιώνοντας κρίσιμα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, όπως το δημόσιο έλλειμμα, το φορολογικό βάρος και τις επενδύσεις.

Σχετικά με την απογραφή, που πραγματοποιήθηκε το ΙΟΒΕ αναφέρει πως επιβεβαίωσε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο δυο καίρια ζητήματα: Πρώτον, την προβληματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και δεύτερον, την βραδύτητα της δημοσιονομικής προσαρμογής των τελευταίων ετών.

Τα προβλήματα αυτά υπήρχαν και πριν την απογραφή και επισημαίνονταν μονότονα τόσο από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς, όσο και από την Τράπεζα της Ελλάδος, αναφέρεται. Η ταχεία οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών και η λογιστική απεικόνιση των ελλειμμάτων, συνέβαλαν στην εμφάνιση μιας εικόνας που δεν συγκάλυπτε μεν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες, δημιουργούσε όμως κάποιο εφησυχασμό. Σήμερα, μετά την απογραφή, είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι το δημοσιονομικό είναι μείζον πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας και απόλυτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η δημοσιονομική πολιτική του 2005 θα έπρεπε να διαφοροποιηθεί από εκείνη των προηγουμένων ετών εγκαινιάζοντας μια πορεία δραστικού περιορισμού των δαπανών. Σ’ αυτό άλλωστε συνηγορούν όχι μόνο η απογραφή αλλά και οι μεγάλες υπερβάσεις που παρατηρούνται στον Προϋπολογισμό του 2004, οι οποίες διεύρυναν σημαντικά το ύψος των δαπανών.

Για τον προϋπολογισμό του 2005 το Ίδρυμα τονίζει πως καλείται να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα της δημοσιονομικής πολιτικής και παράλληλα να υλοποιήσει τις πολιτικές επιλογές της νέας Κυβέρνησης. Για να εξισορροπήσει τις επιδιώξεις αυτές ο προϋπολογισμός του 2005 κατέληξε σε επιλογές που συνιστούν μεν σαφή βελτίωση έναντι των προηγουμένων, η βελτίωση όμως αυτή είναι εφικτή λόγω της συγκυρίας που επιτρέπει τη μεγάλη μείωση των επενδυτικών δαπανών του Δημοσίου, μετά τη μεγάλη έξαρση –και τις υπερβάσεις- που παρουσίασαν το 2004.

Αντίθετα, στον τομέα κυρίως των πρωτογενών δαπανών η πρόοδος χαρακτηρίζεται ”διστακτική” και περιορίζεται στην επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου τους. Συμπερασματικά, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί, ότι παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που προβλέπει, ο προϋπολογισμός του 2005 δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα προβλήματα που ανέδειξε με οξύτητα η δημοσιονομική απογραφή.

* Το πλήρες κείμενο της έκθεσης του ΙΟΒΕ δημοσιεύεται στη δεξιά στήλη ”Συνοδευτικό Υλικό”.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο