Πως το PSI+ αλλάζει τα δεδομένα για Ακρόπολις

Στον απόηχο των επιπτώσεων από το PSI+ σε ταμεία, τράπεζες αλλά και ιδιώτες ομολογιούχους διεξάγεται εδώ και μερικούς μήνες, η δίκη για την έκδοση δομημένου ομολόγου ελληνικού Δημοσίου

Πως το PSI+ αλλάζει τα δεδομένα για Ακρόπολις
Στον απόηχο των επιπτώσεων από το PSI+ σε ταμεία, τράπεζες αλλά και ιδιώτες ομολογιούχους διεξάγεται εδώ και μερικούς μήνες, η δίκη για την έκδοση δομημένου ομολόγου ελληνικού Δημοσίου, με ανάδοχο τη J P Morgan το οποίο διατέθηκε σε τέσσερα ασφαλιστικά ταμεία.

Παρ ότι ο κύριος όγκος του κατηγορητηρίου αφορά σε δεκαπέντε περίπου πωλήσεις σταθερών ομολόγων από την Ακρόπολις ΑΧΕΠΕΥ σε ασφαλιστικά ταμεία η υπόθεση του δομημένου ομολόγου, με ανάδοχο την JP Morgan, ξεχωρίζει, αφενός γιατί κυριάρχησε στην πολιτική αντιπαράθεση το 2007 και αφετέρου επειδή το κούρεμα των «σταθερών» ελληνικών κρατικών ομολόγων δίνει άλλη διάσταση στα δομημένα.

Τον Σεπτέμβριο του 2006, η Ακρόπολις ΑΧΕΠΕΥ, έπειτα από το διαπιστωμένο ενδιαφέρον πολλών ελληνικών ασφαλιστικών ταμείων για την αγορά δομημένων ομολόγων, επικοινωνεί με τη North Asset Management ( NAM) και την HypoVereinsbank (HVB), εκφράζοντας ενδιαφέρον για την αγορά δομημένου ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο θα έπρεπε να είναι παρόμοιο με τις αντίστοιχες προηγούμενες επτά εκδόσεις εκ των οποίων ένα μέρος κατέληξε στα ασφαλιστικά ταμεία, κυρίως μέσω ελληνικών τραπεζών.

Τον Οκτώβριο του 2006, η NAM διαμηνύει το ενδιαφέρον της Ακρόπολις στην JP Morgan, εκ των βασικών διαπραγματευτών ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, η οποία με τη σειρά της δείχνει ενδιαφέρον να εκδοθεί το ομόλογο. Η JP Morgan κοινοποιεί ένα προσχέδιο με τους εν δυνάμει βασικούς όρους του ομόλογου, το οποίο χρησιμοποιεί η Ακρόπολις για να κάνει παρουσιάσεις στα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία.

Η Ακρόπολις προσελκύει ενδιαφέρον για 280 εκατ. από συνολικά τέσσερα ταμεία, ορισμένα από τα οποία είχαν αγοράσει στο παρελθόν δομημένα ομολόγα από ελληνικές τράπεζες. Η JP Morgan διαπραγματεύεται με το Ελληνικό Δημόσιο και καθορίζει τα χαρακτηριστικά του ομολόγου. Στις 6 Φεβρουαρίου 2007, η JP Morgan κοινοποιεί το τελικό σχέδιο και η συναλλαγή ολοκληρώνεται.

Υπό την πίεση της δημοσιότητας και του πολιτικού θορύβου για το φερόμενο ως ασυνήθιστα υψηλό μέγεθος των προμηθειών, την άνοιξη του 2007 η JP Morgan, με συμμετοχή της NAM, προτείνει την επαναγορά του ομολόγου.

Η συναλλαγή αναστρέφεται σε διάστημα έξι μηνών από την έκδοση του ομολόγου και όλοι οι διαμεσολαβητές επιστρέφουν τα κέρδη τους, με εξαίρεση την Ακρόπολις και την HVB, της οποίας τα κέρδη καλύπτει πλήρως η JP Morgan. Από τον κρατικό προϋπολογισμό καταβάλλεται στα 4 ταμεία έκτακτη οικονομική ενίσχυση 3.067.762,48 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μέρος των τόκων για την επίμαχη περίοδο.

Η δικαιοσύνη εξετάζει τώρα, εάν τα ταμεία θα είχαν υποστεί ζημιά εφόσον είχαν κρατήσει τα ομόλογα, με τον εισαγγελέα να υποστηρίζει ότι το ομόλογο δεν άξιζε την ημέρα έκδοσής του, το 100% της ονομαστικής του αξίας, αλλά αντίθετα το 85%, κάτι που είχε ως άμεση συνέπεια την εγγραφή ζημίας από το ταμείο αν αποφάσισε να ρευστοποιήσει το δομημένο, πριν τη λήξη του.

Παράλληλα ο εισαγγελέας, χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο ομόλογο υψηλού κινδύνου και ακατάλληλο για ασφαλιστικά ταμεία, παρ΄ ότι εκδόθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ θεωρεί ύποπτη τη διαμεσολάβηση τρίτων μεταξύ των ασφαλιστικών ταμείων και του Ελληνικού Δημοσίου.

Η υπεράσπιση απορρίπτει ως αδιανόητο τον ισχυρισμό ότι το ομόλογο άξιζε 85%, επισημαίνοντας πως παράλληλα με την έκδοση του δομημένου ομολόγου, η JP Morgan προχώρησε σε συμφωνία ανταλλαγής επιτοκίων (swap) με το ελληνικό Δημόσιο, μέσω της οποίας, το μεν Δημόσιο εξασφάλισε ελκυστικούς όρους δανεισμού, η δε JP Morgan κέρδος από το παράγωγο, που της επέτρεψε να πουλήσει στους ενδιάμεσους το δομημένο ομόλογο κάτω από την ονομαστική του αξία.

Όσον αφορά στην καταλληλότητα ή μη του ομολόγου για ασφαλιστικά ταμεία, υποστηρίζουν ότι το Δημόσιο δεν νοείται να εκδίδει ακατάλληλα ομολόγα και ότι παρόμοια ομολόγα εκδίδουν και αλλά κράτη, τα οποία αγοράζονται από ασφαλιστικά ταμεία διεθνώς. Θυμίζει δε, ότι οι εκδόσεις δομημένων εξυπηρετούσαν τις τότε αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης του δημοσίου .

Στην περίπτωση αυτή, υποστηρίζουν, στο εδώλιο θα έπρεπε να βρίσκονται στελέχη του υπουργείου Οικονομικών και του ΟΔΔΗΧ για το συγκεκριμένο, αλλά και για όλα τα δομημένα ομολόγα, που έχει εκδώσει το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς σε όλες τις εκδόσεις οι ανάδοχες τράπεζες και οι χρηματιστηριακές συναλλάχτηκαν κάτω από το άρτιο πριν τελικά καταλήξει στα ταμεία στο 100%.

Οι κατηγορούμενοι θεωρούν την υπόθεση περισσότερο πολιτική και λιγότερο οικονομική. Υποστηρίζουν ότι το PSI+ κατέδειξε ότι τα δομημένα ομόλογα ήταν πιο ασφαλή και από τα σταθερά ομόλογα, καθώς έχοντας εκδοθεί υπό αγγλικό δίκαιο εξαιρέθηκαν του «κουρέματος» ύψους 53,5% που επιβλήθηκε πέρσι τον Φεβρουάριο και από το οποίο δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα ομόλογα που κατείχαν τα ταμεία.

Στον αντίποδα, αν τα ταμεία είχαν κρατήσει ως τη λήξη τους τα δομημένα ομόλογα λόγω του εγγυημένου κεφαλαίου και της υψηλής απόδοσης κατά την πρώτη διετία θα εμφάνιζαν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη επένδυση σε ελληνικά assets. Με βάση τα παραπάνω και με δεδομένη την αντιστροφή της συναλλαγής, προβλέπεται δύσκολο να στοιχειοθετηθεί πιθανή ζημιά των ταμείων.

Σημειώνουν δε ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή θεωρήθηκε νόμιμη από τις αγγλικές αρχές στις οποίες καταγγέλθηκε από την ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και υποστηρίζουν ότι απαιτούνται γνωματεύσεις ειδικών επί της αγοράς των δομημένων ομολόγων.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus