Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τσίπρας: Πρέπει να νικηθεί πολιτικά η λιτότητα

Η υπέρβαση της ευρωπαϊκής κρίσης και η διάσωση του ευρώ προϋποθέτουν ισότιμη συνεργασία, δημοκρατία και κατ’ αρχάς πολιτική και ιδεολογική ήττα της εμμονής στο δόγμα της λιτότητας, γράφει ο Αλέξης Τσίπρας στην El Pais.

Τσίπρας: Πρέπει να νικηθεί πολιτικά η λιτότητα
Η δημοσιονομική λιτότητα όχι μόνο έχει προκαλέσει οικονομική καταστροφή σε κλίμακα αντίστοιχη ενός πολέμου αλλά ταυτόχρονα έχει αποτύχει στους ίδιους τους δεδηλωμένους στόχους της: τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών στην ελληνική οικονομία, σημειώνει ο Αλέξης Τσίπρας με άρθρο του στην El Pais.

Στο άρθρο αναφέρει τα εξής:

Τον μήνα αυτό συμπληρώνονται στην Ελλάδα τρία χρόνια συνεχούς εφαρμογής μέτρων αυστηρής δημοσιονομικής λιτότητας. Στα τρία αυτά χρόνια, το εθνικό εισόδημα της χώρας μειώθηκε κατά 20%, μείωση χωρίς προηγούμενο στην οικονομική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, με εξαίρεση τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ και οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις προβλέπουν τη συνέχιση της βαθιάς ύφεσης για αρκετό καιρό ακόμα.

Η ανεργία έχει ξεπεράσει το 27% του εργατικού δυναμικού. Δύο στους τρεις νέους αναζητούν εργασία χωρίς επιτυχία και δύο στους τρεις ανέργους είναι μακροχρόνια άνεργοι. Τα σημάδια που αφήνει η μεγάλη ελληνική ύφεση πάνω στο κοινωνικό σώμα δεν θα επουλωθούν εύκολα. Ακόμα κι αν η κρίση τελείωνε σήμερα, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία θα χρειαζόταν καιρό για να αναπληρώσει τις απώλειες που η ύφεση έχει ήδη προκαλέσει στον παραγωγικό ιστό της χώρας, στο επίπεδο και στην ποιότητα των δημόσιων αγαθών της παιδείας, της υγείας και της πρόνοιας, και, κυρίως, στο πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο της: στις γνώσεις και στο ταλέντο της νέας γενιάς, που μεταναστεύει.

Η δημοσιονομική λιτότητα όχι μόνο έχει προκαλέσει οικονομική καταστροφή σε κλίμακα αντίστοιχη ενός πολέμου αλλά ταυτόχρονα έχει αποτύχει στους ίδιους τους δεδηλωμένους στόχους της: τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών στην ελληνική οικονομία. Το χρέος ως ποσοστό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος αυξήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια από το 130% στο 175% και παραμένει μη βιώσιμο, ενώ το κόστος του βραχυχρόνιου δημόσιου δανεισμού, αλλά και του δανεισμού των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων είναι πολλαπλάσιο αυτού των χωρών του ευρωπαϊκού βορρά.

Η πλήρης αποτυχία των ακολουθούμενων πολιτικών λιτότητας, ακόμα και ως προς τους δεδηλωμένους στόχους της, δεν εκπλήσσει όσους έχουν γνώση της ιστορικής εμπειρίας. Όπως έχει δείξει η μεγάλη ύφεση των χρόνων του μεσοπολέμου, η επιθετική περιοριστική μακροοικονομική πολιτική σε ένα διεθνές περιβάλλον οικονομικής επιβράδυνσης είναι ένα καταστροφικό δόγμα: ενεργοποιεί το σπιράλ ύφεσης, επιδεινώνει το πρόβλημα του δημόσιου χρέους και προκαλεί σοβαρούς κινδύνους αποσταθεροποίησης του κοινού νομίσματος, της δημοκρατίας, της Ευρώπης.

Παρά τις ιδιομορφίες της, η ελληνική εμπειρία αποτελεί παράδειγμα ενός ευρύτερου προβλήματος: της προσπάθειας που καταβάλλει μια δογματική πολιτική και οικονομική ελίτ ώστε να ξεπεραστούν ενδογενείς θεσμικές και οικονομικές ανισορροπίες της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης με τη μονομερή συμπίεση των αμοιβών και του επιπέδου διαβίωσης των χωρών του ευρωπαϊκού νότου.

Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία γνωρίζουν, στον έναν ή στον άλλον βαθμό, αντίστοιχες πολιτικές λιτότητας με αυτές της Ελλάδας, με ανάλογα καταστροφικά αποτελέσματα, όπως μπορούν να βεβαιώσουν τα 6 εκατομμύρια των Ισπανών ανέργων αλλά και οι 350.000 ισπανικές οικογένειες που έχουν χάσει τα σπίτια τους. Καμία όμως επιτυχής νομισματική ένωση στη σύγχρονη οικονομική ιστορία δεν έχει επιχειρήσει, και δεν μπορεί, να διορθώσει ενδογενείς μακροοικονομικές ανισορροπίες μέσω της επιβολής μιας ασύμμετρης και καταστροφικής λιτότητας σε βάρος των ελλειμματικών χωρών-μελών της.

Η υπέρβαση της ευρωπαϊκής κρίσης και η διάσωση του κοινού νομίσματος προϋποθέτουν ισότιμη συνεργασία, δημοκρατία και κατ’ αρχάς πολιτική και ιδεολογική ήττα της εμμονής στο δόγμα της λιτότητας.

Η θεωρητική και η ιδεολογική νομιμοποίηση των πολιτικών λιτότητας τα τελευταία τρία χρόνια στηρίζονται σε σαθρές βάσεις χωρίς σοβαρή επιστημονική θεμελίωση ή εμπειρική τεκμηρίωση. Η πρόσφατη παραδοχή από τον επικεφαλής οικονομολόγο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πως οι οικονομικές συνέπειες της λιτότητας υποτιμήθηκαν σημαντικά από τον διεθνή αυτόν οργανισμό, καθώς και η αποκάλυψη πως βασικές μελέτες στο οπλοστάσιο των υποστηρικτών της λιτότητας ήταν λανθασμένες, αναμφισβήτητα κλονίζουν την αξιοπιστία του δόγματος[*].

Αλλά η λιτότητα είναι μια θεμελιώδης πολιτική επιλογή και η ανατροπή της προϋποθέτει την ήττα της στο πεδίο της πολιτικής.

Στρατηγικός στόχος του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα, είναι να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός ειλικρινούς και ουσιαστικού διαλόγου με όλες τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, ώστε να διαμορφώσει από κοινού μια αποτελεσματική γραμμή αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη ελίτ και μία θετική πρόταση διεξόδου, γύρω από την οποία θα είναι δυνατή η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση των λαϊκών δυνάμεων.

Ειδικότερα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου που αντιμετωπίζουν κοινές και μεγάλες δυσκολίες, ο ειλικρινής διάλογος των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων και η πλατύτερη δυνατή συμμαχία των λαών αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για το άνοιγμα και τη διεύρυνση ρηγμάτων στις πολιτικές λιτότητας, την ανάσχεση της ύφεσης, και την προώθηση των μεταρρυθμίσεων που θα θεμελιώνουν τη δημοκρατία και την ισότιμη συνεργασία στην Ευρώπη.


[*] Δες το άρθρο του νομπελίστα οικονομολόγου Paul Krugman στο τεύχος Ιουνίου 2013 του New York Review of Books καθώς και το ενδιαφέρον βιβλίο του Mark Blyth “Austerity: the History of a Dangerous Idea”, Oxford University Press, 2013.


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο