Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ο αντίλογος της ΟΤΟΕ στο ασφαλιστικό

Τα βασικά συμπεράσματα, που προκύπτουν από τη γνωμοδότηση των τριών καθηγητών, η οποία κάνει λόγο για τη μη συμβατότητα του Νόμου 3371/05 σε σχέση με τις Διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμβάσεων έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η ΟΤΟΕ.

Ο αντίλογος της ΟΤΟΕ στο ασφαλιστικό
Τα βασικά συμπεράσματα, που προκύπτουν από τη γνωμοδότηση των τριών καθηγητών, η οποία κάνει λόγο για τη μη συμβατότητα του Νόμου 3371/05 σε σχέση με τις Διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμβάσεων έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η ΟΤΟΕ.

Η γνωμοδότηση συντάχθηκε από τους Άρη Καζάκο, Καθηγητή Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αντώνη Μανιτάκη Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Δημήτρη Τραυλό-Τζανετάτο, Καθηγητή Εργατικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με γνώμονα τα νομικά αυτά συμπεράσματα, αλλά και την παρακαταθήκη του μακροχρόνιου αγώνα μας, τα στελέχη της ΟΤΟΕ θα διατυπώσουν τις θέσεις τους στην επικείμενη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Εμπορικής Τράπεζας, την Τρίτη 16 Αυγούστου.

Την ίδια ημέρα η ΟΤΟΕ έχει προκηρύξει 24ωρη Πανελλαδική Απεργία.

--- Τα βασικά σημεία της Γνωμοδότησης

Α) Από την ανάγνωση της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 1 του νόμου 3371/2005 και την γραμματική και μόνον ερμηνεία του προκύπτει ότι η ένταξη στην κύρια ασφάλιση του ΙΚΑ του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων μπορεί μεν να συντελεστεί μέχρι την 31-12-2005, -πολύ νωρίτερα απ΄ό, τι προβλέπει το άρθρο 5 του νόμου 3029/2002, δηλαδή την 1-1-2008- σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το ίδιο άρθρο, εφ΄όσον μέχρι την ίδια ημερομηνία έχει πραγματοποιηθεί η ένταξη του αντίστοιχου ταμείου τους στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Τ.

Αν δεν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε, μπορεί να γίνει και μετά σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 5 του νόμου 3029/2002.

Θα ήταν εντελώς παράλογο και αντίθετο σε κάθε λογική ερμηνεία, να υποθέσει κανείς ότι η αδυναμία πραγματοποίησης όλων των προηγούμενων διαδικασιών μέχρι την 31-12-2005 θα είχε ως ”κυρωτική” συνέπεια την νομοθετική εξαφάνιση της δυνατότητας μεταγενέστερης –εντός όμως της προθεσμίας της 1-1-2008- ένταξης των ταμείων στην κύρια ασφάλιση του ΙΚΑ με τις προϋποθέσεις και τους όρους που τάσσει ο νόμος 3029/2002 και το άρθρο 5.

Διαφορετικά θα έπρεπε να δεχτούμε ότι ο νόμος προβλέπει την τιμωρία των ασφαλισμένων των συγκεκριμένων ταμείων δημιουργώντας νομοθετικό κενό, για κάτι που δεν ευθύνονται οι ίδιοι οι ασφαλισμένοι και η πραγματοποίηση του οποίου δεν εξαρτάται από ενέργειες ή αποφάσεις του Ταμείου της κύριας ασφάλισής τους, αλλά του ταμείου επικουρικής ασφάλισης.

Ως εκ τούτου οι ασφαλισμένοι στα ταμεία που αναφέρονται ρητά στο άρθρο 5 παρ. 2 του νόμου 3029/2002 διατηρούν στο ακέραιο το δικαίωμά τους ή την δυνατότητα ένταξής τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και μετά την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 57 παρ. 1, του ν. 3371/2005, δηλαδή την 31-12-2005.

Β) Η υποχρεωτική, εκ του νόμου, και αυτοδίκαιη, υπαγωγή στην ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., ασφαλισμένων και συνταξιούχων των ταμείων επικουρικής ασφάλισης, (άρθρο 58 παρ.1)που είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν με βάση την συλλογική αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, είτε ως ν.π.ι.δ. σωματειακής μορφής είτε ως ειδικοί λογαριασμοί, είτε ως ένωση προσώπων, προσβάλλει ανεπίτρεπτα την συλλογική αυτονομία των εργαζομένων και κυρίως θίγει στον πυρήνα την υπάρχουσα ασφαλιστική σχέση ανατρέποντας κεκτημένα ή ώριμα ασφαλιστικά δικαιώματα εισάγοντας ανεπίτρεπτες και αδικαιολόγητες διακρίσεις μεταξύ ασφαλισμένων που βρίσκονται υπό τις ίδιες ασφαλιστικές συνθήκες.

Για να σταθμιστεί το μέγεθος της προσβολής των προαναφερόμενων συνταγματικών αγαθών χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ότι

i) οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και ο τρόπος υπολογισμού σύνταξης θα διέπονται εφεξής, από την ένταξη και μετά, από τις διατάξεις της νομοθεσίας για το Ε.Τ.Ε.Α.Μ., (άρθρο 58 παρ. 4), οι οποίες είναι σαφώς δυσμενέστερες από αυτές που ισχύουν για τους ασφαλισμένους στα πιστωτικά ιδρύματα

ii) ότι το ΕΤΕΑΜ και συμπληρωματικά το ΕΤΑΤ για τις πρόσθετες συνταξιοδοτικές παροχές, βαρύνονται μεν με την καταβολή της σύνταξης των επικουρικών ταμείων μετά την διάλυσή τους και αναλαμβάνουν τις σχετικές υποχρεώσεις, χωρίς όμως εγγυήσεις επαρκείς και αναγκαίες σχετικά με τη κάλυψη της σχετικής δαπάνης για την καταβολή της σύνταξης, αφού η σχετική υποχρέωση εισφοράς του εργοδότη είναι αβέβαιη και αόριστη, δεδομένου ότι εξαρτάται από την έκδοση νόμου στο μέλλον και από την εκπόνηση οικονομικής μελέτης και όχι αναλοφισιτκή, πού είναι άγνωστο πότε και πως θα εκπονηθεί (άρθρα 59 στ. γ΄, 61 στ. γ΄, 63 στ. α΄)

και iii) το ”ασφαλιστικό κεφάλαιο” του εντασσόμενου ταμείου, μαζί με τις ασφαλιστικές απαιτήσεις του απέναντι στον εργοδότη δεν παρακολουθεί την ένταξη ή διαδοχή, και ουσιαστικά εξανεμίζεται και άρα η μεταβιβαζόμενη ασφαλιστική σχέση μένει χωρίς το φυσικό της στήριγμα και το αναγκαίο αντίκρισμα.

Ζητήματα αντισυνταγματικότητας εγείρει και η υποχρεωτική υπαγωγή στην επικουρική ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Μ., εφ΄όσον η μεταφορά της ασφαλιστικής σχέσης από το ένα Ταμείο στο άλλο δεν συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις διασφάλισης του ασφαλιστικού κεφαλαίου ώστε να προάγεται και πάντως να συνεχίζεται με ασφάλεια η προστασία του ασφαλιστικού δικαιώματος των εργαζομένων και των συνταξιούχων.

Γ) Η αναγκαστική διαχείριση και διοίκηση των ασφαλιστικών υποθέσεων ενός ταμείου και η υποκατάσταση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το Ε.Τ.Α.Τ, με μονομερή δήλωση ενός των μερών, εργοδότη ή εργαζομένων, επειδή δεν αποφασίστηκε η διάλυσή του, όπως προβλέπει ο νόμος, (άρθρο 62 παρ. 6) και επειδή ανέκυψαν δικαστικές αντιδικίες μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων στο πλαίσιο των συλλογικών συμφωνιών που είχαν συνάψει, δεν εναρμονίζεται με τις συνταγματικές αρχές της οικονομικής ελευθερίας, της συλλογικής αυτονομίας και με τις συνταγματικές εγγυήσεις της κοινωνικής ασφάλισης

Δ) Η αυτοδίκαιη περιέλευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εντασσομένων στο Ε.Τ.Α.Τ. ταμείων μετά τη διάλυσή τους με μονομερή δήλωση του ενός μέρους (άρθρο 62 παρ. 3) ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση περιουσίας υπέρ του δημοσίου και προσκρούει στο άρθρο 1 παρ. 2 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕυρΣΔΑ.

Ε) Υπό το νέο ασφαλιστικό καθεστώς θίγονται ώριμες ασφαλιστικές απαιτήσεις και από την προσβολή επέρχεται για τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους μια αδικαιολόγητη επιδείνωση των προϋποθέσεων απόκτησης και του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης. Από τη ρύθμιση των άρθρων 58 παρ. 1 και 4 προκύπτει, πάντως, ότι οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των εντασσόμενων στο ΕΤΕΑΜ ταμείων επικουρικής ασφάλισης των τραπεζοϋπαλλήλων, υπάγονται στις ”προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και στον τρόπο υπολογισμού της επικουρικής σύνταξης της νομοθεσίας για το Ε.Τ.Ε.Α.Μ.”.

Όμως είναι γνωστόν τοις πάσι, άλλωστε ομολογείται και από τον ίδιο τον νομοθέτη, ότι το καθεστώς συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ είναι σαφώς δυσμενέστερο και ως προς τους όρους συνταξιοδότησης και ως προς τον υπολογισμό της σύνταξης, από εκείνο των ταμείων επικουρικής σύνταξης των Τραπεζικών Ιδρυμάτων.

Το παραδέχεται και ο νομοθέτης, ο οποίος φρόντισε, άλλωστε, να αντιμετωπίσει την διαφορά μεταξύ των δύο συνταξιοδοτικών καθεστώτων, τόσο σε ό,τι αφορά το επίπεδο ”καταβολής της εισφοράς εργαζομένου εργοδότη” όσον και σε ό,τι αφορά το επίπεδο της ”καταβολής της διαφοράς των ποσών συντάξεων”.

ΣΤ) Εκείνο που επίσης προκαλεί εντύπωση και γεννά ερμηνευτικές απορίες είναι η διάκριση που εισάγει ο νόμος μεταξύ ασφαλισμένων προ και μετά 31-12-1992. Οι αντισταθμιστικές πρόνοιες του νομοθέτη αφορούν αποκλειστικά και μόνον αυτούς που είχαν προσληφθεί πριν την ημερομηνία αυτή. Για όλους τους άλλους που είχαν την ”ατυχία” να προσληφθούν μετά την εν λόγω ημερομηνία, ο νομοθέτης πρόβλεψε γενικά και αόριστα την ”καταβολή πρόσθετης συνταξιοδοτικής παροχής” που να αντιστοιχεί στο ”χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την υπαγωγή στο ΕΤΑΤ για το οποίο είχαν καταβάλλει επί πλέον πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές από τις κατά νόμο προβλεπόμενες του ΕΤΕΑΜ.

Οι πριν και μετά το 1993 ασφαλισμένοι τραπεζοϋπάλληλοι υπάγονταν μέχρι σήμερα στο ίδιο ασφαλιστικό καθεστώς και στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα, η ασφαλιστική τους σχέση διέπετο (μέχρι την ισχύ του νέου νόμου) από τις ίδιες καταστατικές ή συμβατικές διατάξεις, κατέβαλαν τις ίδιες ασφαλιστικές εισφορές, είχαν τις ίδιες ασφαλιστικές προσδοκίες.

Η δυσμενής από τον νόμο 3371/2005 μεταχείριση μιας κατηγορίας ασφαλισμένων σε σχέση με μιαν άλλη, που υπόκειται εντούτοις στο ίδιο ασφαλιστικό καθεστώς, καθιστά την δυσμενή αυτή μεταχείριση αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, επειδή βασίζεται σε τυχαίο, αυθαίρετο και αδικαιολόγητο κριτήριο διαφοροποίησης.

Η ίδια αρχή επιβάλλει, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, την αποκατάσταση της ισότητας που διαταράχθηκε με την επέκταση της ευνοϊκής νομοθετικής ασφαλιστικής ρύθμισης και σε αυτούς που ασφαλίστηκαν μετά τον 1993 και αυθαιρέτως εξαιρέθηκαν από την ειδική ευνοϊκή μεταχείριση.

Συνεπώς, πρέπει να παραμεριστεί η ρύθμιση του άρθρου 61 στοιχ. γ), ως αντίθετη στις συνταγματικές εγγυήσεις της κοινωνικής ασφάλισης, και να εφαρμοστεί στην θέση της κατ΄επέκταση, με βάση την αποκαταστατική ισότητα, η ρύθμιση που προβλέπεται και για τους ασφαλισμένους πριν από το 1993.

Z) Σύμφωνα με την εναρμονισμένη προς το Σύνταγμα ( άρθρα 5 παρ.1, 22 παρ. 2 και 5, 23 παρ.1 και 25 παρ. 1) και την ΕΣΔΑ (Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, άρθρο 1) ερμηνεία των άρθρων 9 παρ.1 και 12 παρ. 1 και 2 ν.1876/1990 και 62 παρ. 2 ν. 3371/2005, τυχόν καταγγελία της ιδρυτικής ενός επικουρικού ταμείου Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας από την οικεία Τράπεζα οδηγεί σε περιορισμό των αποτελεσμάτων της υπέρ εκάστου των εργαζομένων, για τους οποίους, με βάση και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο παραμερισμός της ισχύος της ΣΣΕ θα αποτελούσε μια ανεπίτρεπτη επέμβαση σε διασφαλισμένες νομικές θέσεις και κεκτημένα δικαιώματα.

Πρόκειται για τους εργαζόμενους και συνταξιούχους μέχρι την έναρξη εφαρμογής του ν.3371/2005. Το ίδιο ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις ρυθμίζουσες τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων ενοχικές συλλογικές συμφωνίες. Επικουρικά και στο βαθμό που δεν θα γινόταν δεκτός ο ως άνω περιορισμός και γινόταν δεκτή η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, ένα τέτοιο λόγο δεν συγκροτεί η υποχρέωση εφαρμογής των ΔΛΠ. Πολλώ δε μάλλον στην περίπτωση που οι απεικονισθησόμενες στον ισολογισμό προβλεπόμενες για το μέλλον υποχρεώσεις της Τράπεζας σχετικά με τα επίμαχα ελλείμματα, (πέραν του ότι οι υποχρεώσεις αυτές όχι μόνο δεν αποτελούν ουσιώδη και απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, αλλά αντιθέτως ανήκουν στον τυπικό επιχειρηματικό κίνδυνο), οφείλονται σε δική της πλημμελή συμπεριφορά.

Εξάλλου τυχόν έλεγχος της καταγγελίας αυτής με τα κριτήρια της ΑΚ 281 δεν θα μπορούσε να αντέξει την μομφή της καταχρηστικότητας.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο