Στο διεθνές αποτύπωμα της JYSK, της δανικής αλυσίδας λιανεμπορίου ειδών σπιτιού που ιδρύθηκε το 1979 από τον Lars Larsen, η ελληνική δραστηριότητα ξεχωρίζει όχι λόγω μεγέθους, αλλά λόγω αποδοτικότητας. Καθώς η σύγκριση βασικών δεικτών απόδοσης δείχνει ότι η Ελλάδα αποδίδει πάνω από τον μέσο όρο του δανικού ομίλου.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το τελευταίο οικονομικό έτους όπου ο όμιλος JYSK κατέγραψε πωλήσεις περίπου 6,2 δισ. ευρώ και κέρδη προ φόρων περί τα 730 εκατ. ευρώ, μέσω δικτύου 3.575 καταστημάτων και με περίπου 34.000 εργαζομένους διεθνώς.
Αντίστοιχα, στην τελευταία χρήση (1/9/2024-31/8/2025), η ελληνική θυγατρική JYSK Εισαγωγή, Εξαγωγή και Εμπόριο Οικιακών Ειδών, με 69 καταστήματα και 545 εργαζομένους (από 530), παρήγαγε πωλήσεις 132,798 εκατ. ευρώ (+19,44%) και κέρδη προ φόρων 16,858 εκατ. ευρώ (+32,45%).
Και αν το αποτύπωμα της ελληνικής θυγατρικής στον όμιλο είναι μικρό, σε όρους απόδοσης η Ελλάδα υπερβαίνει καθαρά τον μέσο όρο του ομίλου. Τρία στοιχεία ξεχωρίζουν επ’ αυτού. Πρώτον, η απόδοση ανά κατάστημα. Με περίπου 1,93 εκατ. ευρώ πωλήσεις ανά κατάστημα, η Ελλάδα υπερβαίνει τον μέσο όρο του ομίλου που είναι στα 1,73 εκατ. ευρώ παρά το μικρότερο μέγεθος αγοράς.
Η υπεραπόδοση στην κερδοφορία είναι ακόμη πιο έντονη, με κέρδη προ φόρων στα 244 χιλ. ευρώ ανά κατάστημα έναντι 204 χιλ. ευρώ του μέσου όρου σε επίπεδο ομίλου. Πρόκειται για υπεραπόδοση της τάξης του 11,5% στις πωλήσεις και σχεδόν 20% στην κερδοφορία.
Δεύτερον, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Οι πωλήσεις και τα κέρδη προ φόρων ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα είναι σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο του ομίλου. Με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία σε επίπεδο ομίλου, οι πωλήσεις ανά εργαζόμενο διαμορφώνονται περίπου στις 182 χιλ. ευρώ, με κέρδη προ φόρων γύρω στις 21,5 χιλ. ευρώ. Στην Ελλάδα, κάθε εργαζόμενος παράγει 244 χιλ. ευρώ πωλήσεων και περίπου 31 χιλ. ευρώ κερδών προ φόρων. Δηλαδή 34% και 44% υψηλότερα από τον μέσο όρο του ομίλου σε επίπεδο πωλήσεων και κερδών.
Τρίτον, το μοντέλο στελέχωσης. Ο όμιλος λειτουργεί με περίπου 9,5 εργαζομένους ανά κατάστημα, ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός αυτός είναι κάτι λιγότερο από οκτώ. Παρά τη χαμηλότερη στελέχωση, τα ελληνικά καταστήματα εμφανίζουν υψηλότερα έσοδα και κέρδη ανά μονάδα.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική θυγατρική, που προμηθεύεται τα προϊόντα για τα καταστήματα της κατά κύριο λόγο από το κέντρο διανομής της Βουλγαρίας και δευτερευόντως από αυτό της Πολωνίας, διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα 18,986 εκατ. ευρώ από 11,112 εκατ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό για τη φετινή χρονιά, προβλέπεται μεταξύ άλλων αύξηση των πωλήσεων τουλάχιστον 10%, του δικτύου κατά 6 καταστήματα και των πωλήσεων online και B2B με αποτελεσματική διαχείριση του κόστους.