Στο κλαμπ των ισχυρών εισέρχεται πλέον η ΕΚΤΕΡ μετά τη χθεσινή απόφαση του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών να της χορηγηθεί το εργοληπτικό πτυχίο 7ης τάξης.
Μαζί με την ΑΚΤΩΡ, τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, τη METKA και την AVAX, η ΕΚΤΕΡ αλλάζει «πίστα» και θα είναι σε θέση να διεκδικεί κορυφαία έργα της χώρας σε μια αγορά που ξεπερνά τα 11 δισ. ευρώ.
Η είδηση της αναβάθμισης πυροδότησε ισχυρό αγοραστικό ενδιαφέρον για τη μετοχή χθες που έκανε ράλι 6,1% στα 5,39 ευρώ.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το ορατό pipeline των έργων για τους μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους της χώρας ανέρχεται στα 11,5 δισ. ευρώ, από τα οποία 4,2 δισ. ευρώ αντιστοιχούν σε ΣΔΙΤ και 2,5 δισ. σε ιδιωτικά έργα.
Αν και θα χρειαστεί χρόνος ώστε να αναλάβει η ΕΚΤΕΡ το μερίδιο της συνολικής πίτας που της αντιστοιχεί, όπως αναφέρουν παρατηρητές της αγοράς στο Euro2day.gr, ο ανταγωνισμός στον κλάδο αυξάνεται με έναν νέο ισχυρό παίκτη στο τραπέζι προς όφελος της αγοράς.
Οι φιλόδοξοι στόχοι
Η απόκτηση του εργοληπτικού πτυχίου 7ης τάξης αποτελεί κομβικό σημείο για τη στρατηγική της ΕΚΤΕΡ, η οποία έχει ήδη χαράξει φιλόδοξο αναπτυξιακό σχεδιασμό για τα επόμενα χρόνια.
Η διοίκηση θέτει ως στόχο για την επόμενη πενταετία την επίτευξη κύκλου εργασιών ύψους 300 εκατ. ευρώ, με βασικούς πυλώνες ανάπτυξης τις κατασκευές, τον τουρισμό, τα έργα ΣΔΙΤ και το real estate.
Την ίδια στιγμή, το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των δημοσίων και ιδιωτικών έργων που εκτελεί η εταιρεία, διαμορφώνεται στα 211,8 εκατ. ευρώ, προσφέροντας σημαντική ορατότητα για τα επόμενα έτη και ενισχύοντας τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η περαιτέρω ανάπτυξή της.
Η ενισχυμένη παρουσία της ΕΚΤΕΡ αποτυπώνεται και στη συμμετοχή της σε διαγωνιστικές διαδικασίες. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας, κατά τη διάρκεια του 2025 η εταιρεία έλαβε μέρος σε 47 διαγωνισμούς, εκ των οποίων οι 27 αφορούσαν δημόσια έργα και οι 20 ιδιωτικά, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 1,4 δισ. ευρώ.
Η κινητικότητα συνεχίστηκε και το 2026, καθώς μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο συμμετείχε σε ακόμη 18 διαγωνισμούς - 14 δημόσιους και 4 ιδιωτικούς - συνολικού προϋπολογισμού 335 εκατ. ευρώ.