Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Εμπορική: Μείωση ενοποιημένων κερδών 51%

Κατά 44,3% μειώθηκαν τα προ φόρων κέρδη της Εμπορικής το α΄τρίμηνο του 2002 (35,8 εκατ. ευρώ), ενώ κατά 51% υποχώρησαν τα προ φόρων κέρδη και μετά την αφαίρεση των δικαιωμάτων μειοψηφίας του ομίλου (35 εκατ. ευρώ).

Εμπορική: Μείωση ενοποιημένων κερδών 51%
Mείωση της τάξης του 44,3% σημείωσαν τα προ φόρων κέρδη της Εμπορικής Τράπεζας το α’ τρίμηνο του 2002, τα οποία ανήλθαν στα 35,8 εκατ. ευρώ (12,2 δισ. δρχ.), ενώ μείωση της τάξης του 51% παρουσίασαν και τα προ φόρων κέρδη και μετά από δικαιώματα μειοψηφίας του ομίλου τα οποία ανήλθαν στα 35 εκατ. ευρώ (11,9 δισ. δρχ.).

Το ενεργητικό του Ομίλου στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 διαμορφώθηκε στα 18,2 δισ. ευρώ (6,2 τρισ. δρχ.) σημειώνοντας ετήσια αύξηση 15,3%. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στη σημαντική άνοδο των χορηγήσεων, τα υπόλοιπα των οποίων στο τέλος Μαρτίου 2002 ήταν 8,9 δισ. ευρώ (3,05 τρισ. δρχ.), δηλαδή κατά 28,7% υψηλότερα από το πρώτο τρίμηνο του 2001 και κατά 3,7% υψηλότερα από το τέλος του 2001.

Οι προβλέψεις ανήλθαν σε 261,4 εκατ. ευρώ (89,1 δισ. δρχ.) δείχνοντας ετήσια αύξηση κατά 14,6%.

Ως αποτέλεσμα αυτών των μεταβολών, όπως ανακοίνωσε η τραπεζα, η διάρθρωση του ενεργητικού στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 παρουσιάζεται βελτιωμένη, καθώς οι απαιτήσεις κατά πελατών, εξαιρουμένων των προβλέψεων, αποτελούσαν το 49,2% του ενεργητικού έναντι 48,1% στο τέλος του 2001 και 43,8% στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2001.

Οι υποχρεώσεις προς πελάτες (καταθέσεις και repos) του Ομίλου στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 ανήλθαν σε 13,2 δισ. ευρώ (4,5 τρισ. δρχ.) από 11,5 δισ. ευρώ (3,9 τρισ. δρχ.) σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 14,5% από το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2001.

Τα ίδια κεφάλαια του Ομίλου ανήλθαν σε 2 δις ευρώ (680,2 δισ. δρχ.) έναντι 2,1 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2001 (701,4 δισ. δρχ.).

Τα καθαρά έσοδα από τόκους του Ομίλου στο πρώτο τρίμηνο του 2002 ήταν κατά 29,2% υψηλότερα από το περσινό πρώτο τρίμηνο και διαμορφώθηκαν στα 142,2 εκατ. ευρώ (48,4 δισ. δρχ.). Λόγω της σημαντικής βελτίωσης των καθαρών εσόδων από τόκους, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την αύξηση του ενεργητικού, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο του Ομίλου αυξήθηκε σε 3,1% το πρώτο τρίμηνο του 2002 από 2,75% το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 7,6% από το πρώτο τρίμηνο του 2001 και διαμορφώθηκαν στα 32,9 εκατ. ευρώ (11,2 δισ. δρχ.) από 30,6 εκατ. ευρώ (10,4 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Τα αποτελέσματα από χρηματοοικονομικές πράξεις μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2002 ήταν χαμηλότερα κατά 89% συγκριτικά με το πρώτο τρίμηνο του 2001 και διαμορφώθηκαν στα 6,6 εκατ. ευρώ (2,2 δισ. δρχ.) από 61,7 εκατ. ευρώ (21 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001. Η μεταβολή αυτή οφείλεται αφ’ ενός στη μείωση των κεφαλαιακών κερδών από ομόλογα, λόγω της σύγκλισης των ελληνικών μακροχρόνιων επιτοκίων προς εκείνα της Ευρωζώνης, και αφ’ ετέρου στις συνθήκες της χρηματιστηριακής αγοράς.

Τα έσοδα από τίτλους (μερίσματα από το εμπορικό και συμμετοχικό χαρτοφυλάκιο μετοχών) συμπεριλαμβανομένων και των αποτελεσμάτων των μη ενοποιούμενων εταιριών του Ομίλου ανήλθαν στο πρώτο τρίμηνο του 2002 σε 3,6 εκατ. ευρώ (1,2 δισ. δρχ.) από 12 εκατ. ευρώ (4 δισ. δρχ.) το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Η μείωση αυτή οφείλεται αφ’ ενός στα χαμηλότερα μερίσματα για το 2001 και αφ’ ετέρου στα χαμηλότερα κέρδη των μη ενοποιούμενων εταιριών του oμίλου.

Τα λοιπά αποτελέσματα εκμετάλλευσης διαμορφώθηκαν στα 3,1 εκατ. ευρώ (1 δισ. δρχ.) δείχνοντας μικρή μείωση από τα 3,5 εκατ. ευρώ (1,2 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, τα μικτά αποτελέσματα εκμετάλλευσης του Ομίλου διαμορφώθηκαν στα 188,4 εκατ. ευρώ (64,2 δισ. δρχ.) και ήταν μειωμένα κατά 13,5% συγκριτικά με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2001. Η μείωση αυτή οφείλεται στα χαμηλότερα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις η οποία υπερέβη την αύξηση των εσόδων από οργανικές δραστηριότητες (τόκοι, προμήθειες, έσοδα από τίτλους, λοιπά αποτελέσματα εκμετάλλευσης) τα οποία αυξήθηκαν κατά 16,5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2001. Η διάρθρωση των μικτών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης που παρουσιάζονται στον Πίνακα 1 δείχνει την αυξημένη συμμετοχή των εσόδων από οργανικές δραστηριότητες στα αποτελέσματα του Ομίλου.

Τα έξοδα του Ομίλου (δαπάνες προσωπικού, άλλα έξοδα διοίκησης, αποσβέσεις, λοιπά έξοδα εκμετάλλευσης) διαμορφώθηκαν στα 135,6 εκατ. ευρώ (46,2 δισ. δρχ.) από 127,5 εκατ. ευρώ (43,4 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001, δηλαδή ήταν αυξημένα κατά 6,4%.

Οι λειτουργικές δαπάνες (δαπάνες προσωπικού και άλλα έξοδα διοίκησης) του Ομίλου το 2002 αυξήθηκαν κατά 3,4% και ανήλθαν σε 108,7 εκατ. ευρώ (37,1 δισ. δρχ.) έναντι 105,2 εκατ. ευρώ (35,8 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Ειδικότερα, οι δαπάνες προσωπικού ανήλθαν στα 83,3 εκατ. ευρώ (28,4 δισ. δρχ.) και ήταν χαμηλότερες κατά 2,1% συγκριτικά με το 2001.

Τα άλλα έξοδα διοίκησης ήταν 25,4 εκατ. ευρώ (8,6 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2002 σημειώνοντας αύξηση κατά 26,6 % από 20,1 εκατ. ευρώ (6,8 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001. Από τα άλλα έξοδα διοίκησης ένα μεγάλο κονδύλι αφορά στην πληρωμή φόρων (ετεροχρονισμένο ΦΠΑ). Η διαφορά από το κονδύλι αυτό θα εξομαλυνθεί στο εξάμηνο.

Οι λειτουργικές δαπάνες του Ομίλου (δαπάνες προσωπικού και άλλα έξοδα διοίκησης) ως ποσοστό των μικτών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης ήταν 57,7% έναντι 48,3% το πρώτο τρίμηνο του 2001. Ο λόγος των λειτουργικών δαπανών του Ομίλου προς το μέσο ενεργητικό όμως μειώθηκε στο 2,4% το πρώτο τρίμηνο του 2002 από 2,6% το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Οι προβλέψεις για ενδεχόμενες διαγραφές επισφαλών απαιτήσεων διαμορφώθηκαν στα 19,8 εκατ ευρώ (6,7 δισ. δρχ.) και παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Το ενεργητικό της Τράπεζας στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 διαμορφώθηκε στα 17,8 δισ. ευρώ (6 τρισ. δρχ.) σημειώνοντας ετήσια αύξηση κατά 17%. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στη σημαντική αύξηση των χορηγήσεων της Τράπεζας κατά 1,9 δισ. ευρώ (660,9 δισ. δρχ.) δηλαδή κατά 28,3% συγκριτικά με το πρώτο τρίμηνο του 2001. Τα υπόλοιπα των χορηγήσεων της Τράπεζας στο τέλος Μαρτίου 2002 ήταν 8,8 δισ. ευρώ (3 τρισ. δρχ) και ήταν κατά 3,6% υψηλότερα συγκριτικά με το τέλος του 2001.

Στην αύξηση του συνόλου των χορηγήσεων συνέβαλαν ιδιαίτερα:

* Τα στεγαστικά δάνεια τα υπόλοιπα των οποίων στο τέλος Μαρτίου του 2002 ανέρχονταν σε 1,6 δισ. ευρώ (539,6 δισ. δρχ.) αυξημένα κατά 482 εκατ. ευρώ (δηλαδή περίπου 44%) έναντι του Μαρτίου του 2001. Τα υπόλοιπα των στεγαστικών δανείων στο τέλος Μαρτίου 2002 ήταν κατά 117 εκατ. ευρώ υψηλότερα από ότι στο τέλος του 2001 και αποτελούσαν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 το 18% του συνολικού χαρτοφυλακίου των δανείων της Εμπορικής Τράπεζας.

* Τα δάνεια προς τις εμπορικές επιχειρήσεις τα υπόλοιπα των οποίων στο τέλος Μαρτίου 2002 ανήλθαν σε 2,3 δισ. ευρώ (773 δισ. δρχ.) και ήταν αυξημένα κατά 305 εκατ ευρώ (δηλαδή 15,5%) έναντι του τέλους Μαρτίου του 2001 και κατά περίπου 39 εκατ. ευρώ (δηλαδή 1,7%) έναντι του τέλους του 2001. Τα δάνεια προς τις εμπορικές επιχειρήσεις αποτελούσαν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 το 25,8% των δανείων της Εμπορικής Τράπεζας.

* Τα δάνεια προς τη βιομηχανία, τα μεταλλεία και τη βιοτεχνία τα υπόλοιπα των οποίων στο τέλος Μαρτίου 2002 ανήλθαν σε 1,7 δισ. ευρώ (566 δισ. δρχ.) και ήταν αυξημένα έναντι του τέλους του πρώτου τριμήνου του 2001 κατά 318 εκατ ευρώ (δηλ. περίπου 23,6%) και υψηλότερα κατά 2,2 εκατ. ευρώ (δηλαδή 0,1%) έναντι του Δεκεμβρίου του 2001. Τα δάνεια προς τη βιομηχανία, τα μεταλλεία και τη βιοτεχνία αποτελούσαν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 το 18,9% του χαρτοφυλακίου των δανείων της Εμπορικής Τράπεζας.

* Τα καταναλωτικά δάνεια τα υπόλοιπα των οποίων στο τέλος Μαρτίου 2002 ανέρχονταν σε 607 εκατ. ευρώ (207 δισ. δρχ.) και ήταν κατά 139 εκατ. ευρώ υψηλότερα (δηλαδή περίπου 30%) από το Μάρτιο του 2001 και κατά περίπου 40 εκατ. ευρώ (δηλαδή 7%) υψηλότερα από το Δεκέμβριο του 2001. Τα καταναλωτικά δάνεια αποτελούσαν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2001 ποσοστό 6,9% του συνόλου των δανείων της Εμπορικής Τράπεζας.

Το ποσοστό του συνόλου των δανείων της Εμπορικής Τράπεζας προς ιδιώτες (καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια) ήταν 25% στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο κατά 1,8 εκατοστιαίες μονάδες εκείνου στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2001 και κατά σχεδόν μια εκατοστιαία μονάδα υψηλότερο από ότι στο τέλος του 2001.

Η διάρθρωση του ενεργητικού της Τράπεζας παρουσιάζεται βελτιωμένη. Το ποσοστό των απαιτήσεων κατά πελατών, εξαιρουμένων των προβλέψεων, ως ποσοστό του ενεργητικού έχει αυξηθεί από 44,5% στο τέλος Μαρτίου 2001 σε 48,8% στο τέλος Μαρτίου 2002.

Οι υποχρεώσεις προς πελάτες (καταθέσεις και τα repos) της Τράπεζας στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2002 ήταν 13 δισ. ευρώ (4,4 τρισ. δρχ.) έχοντας αυξηθεί κατά 13% από τα 11,5 δισ. ευρώ (3,9 τρισ. δρχ.) στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2001.

Η αύξηση αυτή οφείλεται στην αύξηση τόσο των καταθέσεων, κατά περίπου 665 εκατ. ευρώ, όσο και στην αύξηση των repos κατά 781,2 εκατ. ευρώ. Ανάμεσα στους λογαριασμούς καταθέσεων, οι καταθέσεις ταμιευτηρίου σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση. Το ποσοστό των καταθέσεων ταμιευτηρίου στο σύνολο των καταθέσεων και των repos ήταν περίπου 48% στο τέλος Μαρτίου 2002 δηλαδή σχεδόν κατά μία εκατοστιαία μονάδα υψηλότερο από ότι στο τέλος Μαρτίου 2001.

Τα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας διαμορφώθηκαν σε 2 δις ευρώ (698,5 δισ. δρχ.) έναντι 1,9 δισ. ευρώ (651,5 δισ. δρχ.) στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2001.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους της Τράπεζας στο πρώτο τρίμηνο του 2002 ήταν κατά 31,4% υψηλότερα από ότι στο πρώτο τρίμηνο του 2001 και ανήλθαν σε 121,4 εκατ. ευρώ (41,4 δισ. δρχ.). Λόγω της σημαντικής αύξησης στα καθαρά έσοδα από τόκους, η οποία υπερβαίνει την αύξηση του ενεργητικού, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο της Τράπεζας αυξήθηκε στο 2,74% το 1ο τρίμηνο του 2002 έναντι 2,4% το 1ο τρίμηνο του 2001.

Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 11,4% από το πρώτο τρίμηνο του 2001 και διαμορφώθηκαν στα 30,5 εκατ. ευρώ (10,4 δισ. δρχ.) από 27,4 εκατ. ευρώ (9,3 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Τα αποτελέσματα από χρηματοοικονομικές πράξεις μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2002 ήταν χαμηλότερα κατά περίπου 91% συγκριτικά με το 1ο τρίμηνο του 2001 και ανήλθαν στα 5,6 εκατ. ευρώ (1,9 δισ. δρχ.) έναντι 60,7 εκατ. ευρώ (20,7 δισ. δρχ.) στο πρώτο τρίμηνο του 2001.

Τα έσοδα από τίτλους μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2002 ανήλθαν σε 1,8 εκατ. ευρώ (598,6 εκατ. δρχ.) έναντι 2,7 εκατ. ευρώ (935,4 εκατ. δρχ.) μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2001 δηλαδή σημείωσαν μείωση της τάξης του 36%.

Τα λοιπά έσοδα εκμετάλλευσης ανήλθαν σε 2,3 εκατ ευρώ (776,8 εκατ. δρχ.) έναντι 3,2 εκατ. ευρώ (1,1 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2002 τα μικτά αποτελέσματα εκμετάλλευσης ανήλθαν σε 161,6 εκατ. ευρώ (55 δισ. δρχ.) έναντι 186,5 εκατ. ευρώ (63,5 δισ. δρχ.) το πρώτο τρίμηνο του 2001 δηλαδή σημείωσαν μείωση της τάξης του 13,3%. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στα χαμηλότερα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις, λόγω της μείωσης των κεφαλαιακών κερδών από ομόλογα, και σημειώθηκε παρά την αύξηση των εσόδων της Τράπεζας από οργανικές δραστηριότητες (τόκοι, προμήθειες, έσοδα από τίτλους, λοιπά αποτελέσματα εκμετάλλευσης) τα οποία αυξήθηκαν κατά 24%. Η διάρθρωση των μικτών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης δείχνει την αυξημένη συμβολή των εσόδων από οργανικές δραστηριότητες στα αποτελέσματα αυτά.

Οι λειτουργικές δαπάνες της Τράπεζας (δαπάνες προσωπικού και άλλα έξοδα διοίκησης) ως ποσοστό των μικτών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης (ΜΑΕ) ήταν 61,9% έναντι 53% το πρώτο τρίμηνο του 2001. Ο λόγος των λειτουργικών δαπανών της Τράπεζας προς το μέσο ενεργητικό μειώθηκε στο 2,3% το πρώτο τρίμηνο του 2002 από 2,6% το πρώτο τρίμηνο του 2001.

Συμπερασματικά, όπως σχολιάζει η Εμπορική Τράπεζα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι:

* Ο ρυθμός αύξησης των δανείων είναι ο μεγαλύτερος συγκρινόμενος με τις μεγαλύτερες εμπορικές τράπεζες στην Ελλάδα και αποτελεί συνέχεια της επιτυχούς εντός του 2001 διείσδυσης της Εμπορικής στις δανειοδοτήσεις των ιδιωτών και επιχειρήσεων. Ετσι, φαίνεται ότι και το πρώτο τρίμηνο του 2002 η Εμπορική κερδίζει μερίδιο αγοράς στα δάνεια.

* Η Εμπορική Τράπεζα εξακολουθεί να επωφελείται από το χαμηλό κόστος χρήματος λόγω της ευνοϊκής διάρθρωσης των καταθέσεων.

* Ο Όμιλος συνέχισε την προσπάθεια επίτευξης υψηλότερης οργανικής κερδοφορίας μέσω αναδιάρθρωσης του ενεργητικού.

* Η αύξηση των οργανικών εσόδων (συνολικά έσοδα εκτός από χρηματοοικονομικά) του Ομίλου κατά 16,5% περίπου σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο που αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των εσόδων από τόκους κατά 29,2% και των προμηθειών κατά 7,6% παρά την δυσμενή συγκυρία της αγοράς.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο