«Η λογοτεχνία κινδυνεύει να ταυτιστεί με το κοινωνικό ρεπορτάζ»

Τι λέει η νεαρή πεζογράφος, Βασιλική Πέτσα που έχει επαινεθεί για τις νουβέλες και τα διηγήματά της, για την λογοτεχνική προσέγγιση της κρίσης.

  • Real.gr
«Η λογοτεχνία κινδυνεύει να ταυτιστεί με το κοινωνικό ρεπορτάζ»
Η λογοτεχνική προσέγγιση της κρίσης είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα διότι κινδυνεύει να εξαντληθεί σε μια ρεαλιστική περιγραφή τετριμμένων μοτίβων που δύσκολα ξεχωρίζουν από το κοινωνικό ρεπορτάζ. Αυτά δηλώνει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό πρακτορείο η νεαρή πεζογράφος Βασιλική Πέτσα.

Η Β. Πέτσα, που έχει επαινεθεί για τις νουβέλες και τα διηγήματά της από την κριτική γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1983 και σπούδασε Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Θεωρίες Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μιλώντας για τον κόσμο της πεζογραφίας της και τη σχέση του με την καθημερινή πραγματικότητα, λέει ακόμα πως η κάθαρση δεν προκύπτει πάντα ως «λύση» στην πραγματική ζωή, ίσως επειδή δεν υπάρχει κάποια μορφή φυσικής δικαιοσύνης. Ως προς ένα στοιχείο θρίλερ που συναντάμε στα βιβλία της, η συγγραφέας απαντά πως ακόμα και οι αρχαίες τραγωδίες, με την προδιαγεγραμμένη εξέλιξη και τις άνωθεν παρεμβάσεις, στην ουσία τους αποτελούν ψυχολογικά θρίλερ: μόνο έτσι απεικονίζονται η ρευστότητα και το απρόβλεπτο του ανθρώπινου ψυχισμού.

ΕΡ: Με το πρώτο σας βιβλίο, τη νουβέλα «Θυμάμαι», που κυκλοφόρησε το 2011, κομματιάσατε τον μύθο της αθωότητας της παιδικής ηλικίας, φέρνοντας στην επιφάνεια έναν θηριώδη αν όχι και διαστροφικό κόσμο.

ΑΠ: Η αντίληψη περί παιδικής ηλικίας ως ενσάρκωσης της αθωότητας, μετά και τη συστηματική εμπειρική παρατήρηση και διατύπωση των αντίστοιχων θεωριών από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης, επιβιώνει, ούτως ή άλλως, παρασιτικά. Εξυπηρετεί έναν άλλο πρωταρχικό μύθο, εκείνον του προ-της-Πτώσης Παραδείσου, και θρέφει μια αντιδραστική νοσταλγία. Εξάλλου, οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες είναι δύο κορίτσια δεκαπέντε και δεκαέξι ετών: είναι ανήλικες ακόμη, αλλά όχι πια παιδιά. Η σχεδόν αυτόματη ταύτιση των δύο όρων (ανήλικος και παιδί) φανερώνει την ιδεολογικά φορτισμένη κατασκευή των «λόγων» περί εφηβείας και παιδικότητας.

ΕΡ: Ένα άλλο θεματικό στοιχείο του «Θυμάμαι» είναι η στενόκαρδη νοοτροπία των τοπικών κοινωνιών όποτε βρίσκονται μπροστά σε ένα γεγονός το οποίο τις υπερβαίνει: ο ισχυρός φόβος, η προθυμία για συγκάλυψη και αποσιώπηση, η ενστικτώδης ροπή προς την αυταπάτη.

ΑΠ: Κάθε κοινωνικό σύνολο, ανεξαρτήτως κλίμακας (τοπικό, εθνικό, υπερεθνικό κτλ), που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «κοινότητα», ενεργοποιεί αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι σε κάθε γεγονός που την υπονομεύει. Ούτως ή άλλως, το πιο ουσιαστικό σχήμα με το οποίο οι κοινότητες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους είναι το σχήμα των βιολογικών μεταφορών, στη βάση του λειτουργισμού (ανθρώπινος οργανισμός κτλ), γεγονός που τις καθιστά εν μέρει συντηρητικές και δύσπιστες προς την αλλαγή, η οποία κάποιες φορές γίνεται αντιληπτή ως «επίθεση»/αρρώστια στο σώμα της κοινότητας, χρήζουσα κατασταλτικών μέτρων και μηχανισμών «ίασης».

ΕΡ: Με το δεύτερο βιβλίο σας, τη συλλογή διηγημάτων «Όλα τα χαμένα» (2012), περνάμε από το εξαιρετικό συμβάν που θα συγκλονίσει δικαίους και αδίκους με την απανθρωπιά του, όπως στο «Θυμάμαι», στην αφανή διάβρωση και την υπόγεια διάλυση της καθημερινής ζωής.

ΑΠ: Έχω την αίσθηση ότι τόσο η αφανής διάβρωση όσο και το εξαιρετικό συμβάν απαντούν και στα δύο βιβλία η διαφορά τους έγκειται στην έμφαση. Ένα απρόσμενο γεγονός κοινωνικής υφής πρέπει να συνδέεται με τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες εκδηλώθηκε προκειμένου να ερμηνευτεί και, ομοίως, οι διαβρωτικές κοινωνικές συνθήκες δεν μπορεί παρά να περάσουν σε κάποια φαινομενικά «ξαφνική» εκδήλωση.

ΕΡ: Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων σας στο «Όλα τα χαμένα» μοιάζουν στριμωγμένοι σε μια συνθήκη τυραννικής δυσφορίας από την οποία δεν θα κατορθώσουν να απαγκιστρωθούν και να ορθοποδήσουν ποτέ.

ΑΠ: Ίσως επειδή η κάθαρση δεν προκύπτει πάντα ως «λύση» στην πραγματική ζωή, ίσως επειδή κάποιας μορφής φυσική δικαιοσύνη δεν υπάρχει, ή ίσως επειδή ο εγκλωβισμός συντηρείται ενίοτε ως αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής ή και αδυναμίας.

ΕΡ: Η γλώσσα, το ύφος και ο ρυθμός αλλάζουν από διήγημα σε διήγημα: από το παραλήρημα και την ασθματική εκφορά ως τον διάλογο, την ημερολογιακή εγγραφή και τον εσωτερικό μονόλογο. Τι επιδιώκετε με αυτές τις πυκνές εναλλαγές;

ΑΠ: Θεωρώ δεδομένη την αλληλοσυνάρτηση μορφής και περιεχομένου: μια αόριστη αρχική ιδέα πλοκής για κάθε διήγημα διαμορφώθηκε μέσα από μια διαλεκτική μορφής και περιεχομένου με βάση τις αρχές της συνέπειας και της οικονομίας ώστε να εξυπηρετηθεί πληρέστερα η αφήγηση. Εξάλλου, ο πειραματισμός είναι καθήκον όταν απευθύνεται κανείς σε ένα αναγνωστικό κοινό με απαιτήσεις η μανιέρα προύπτει όταν απευθύνεται κανείς αυτάρεσκα στον εαυτό του.

ΕΡ: Θα λέγατε ότι τα κείμενά σας, με τη νευρώδη και συχνά απρόσμενη εξέλιξη, αγγίζουν κάποτε τα όρια του ψυχολογικού θρίλερ;

ΑΠ: Η ανατροπή συνιστά στοιχείο της πλοκής για κάθε είδους αφήγηση, στον βαθμό που εξασφαλίζει την προώθηση ή την «λύση» της. Εξάλλου, ακόμα και οι αρχαίες τραγωδίες, με την προδιαγεγραμμένη εξέλιξη και τις άνωθεν παρεμβάσεις, στην ουσία τους αποτελούν ψυχολογικά θρίλερ. Στον βαθμό που ο ανθρώπινος ψυχισμός είναι ρευστός και φαινομενικά απρόβλεπτος, οφείλει να αποδίδεται ως τέτοιος.

ΕΡ:Πολλά κομμάτια σας εμπλέκονται με το Κακό και κινούνται μεταξύ αδιάπτωτης φθοράς και ολοκληρωτικής καταστροφής.

ΑΠ:Η ευτυχία ή το Καλό, εξ όσων γνωρίζω, σπάνια αποτέλεσαν ενδιαφέρουσα θεματική για τη λογοτεχνία, καθώς στερούνται αντιφάσεων. Ομοίως, όμως, και το απόλυτο Κακό ή η ολοκληρωτική δυστυχία. Εξάλλου, αμφότερα παραμένουν, ίσως, έξω από τη σφαίρα της αναπαράστασης. Η αναζήτηση ισορροπιών, η ανάδειξη των λεπτών αποχρώσεων και του διφορούμενου, χωρίς αυταπάτες ή βιαστικές διορθωτικές κινήσεις, ήταν και το κύριο ζητούμενο.

ΕΡ: Υπάρχει στα διηγήματά σας μια σιωπηρή τους ένταση, η οποία μπορεί σε δεδομένη στιγμή να τινάξει τα πάντα στον αέρα παράγοντας τις πλέον οδυνηρές καταστάσεις.

ΑΠ: Η ένταση είναι σιωπηρή μόνο στο επίπεδο της εκδηλωμένης διαπροσωπικής επικοινωνίας. Υπογείως, απεργάζεται τη ρήξη θορυβωδώς.

ΕΡ: Πώς βλέπετε τη λογοτεχνία σε σχέση με την κρίση;

ΑΠ: Είναι αναγκαίο καταρχάς να διευκρινιστούν οι διακριτές χρήσεις των όρων «λογοτεχνία» και «κρίση». Σε ό,τι αφορά το θεσμικό πλαίσιο της λογοτεχνικής παραγωγής σε περίοδο κρίσης, υποθέτω ότι ακολουθείται η καθοδική πορεία της συνολικότερης αγοράς. Η προσέγγιση της κρίσης ως θεματικής της λογοτεχνίας θεωρώ ότι είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα διότι κινδυνεύει να εξαντληθεί σε μια ρεαλιστική περιγραφή τετριμμένων μοτίβων που δύσκολα διαχωρίζονται από το κοινωνικό ρεπορτάζ. Εξάλλου οι κοινωνικές συνέπειες της «κρίσης» είναι νωρίς να αποτιμηθούν ενόσω σοβεί η οικονομική δυσπραγία.

ΕΡ: Τι ετοιμάζετε;

ΑΠ: Για το άμεσο μέλλον, τη διδακτορική μου διατριβή πάνω σε ζητήματα λογοτεχνίας και πολιτικής. Απέχω, ενόσω ασχολούμαι με την ανάλυση λογοτεχνίας, από την παραγωγή της η ταυτόχρονη χρήση δύο διαφορετικών ειδών γραφής, αν δεν έχει μάθει κανείς να τις απομονώνει επαρκώς, μπορεί να αποβεί μοιραία για την «καθαρότητά» τους. Επιφυλάσσομαι για το μέλλον, στον βαθμό που η συγγραφή είναι πρωτίστως χαρά και δημιουργία και όχι βάσανος ήδη, ίσως, νιώθω αμυδρά την επιθυμία που γεννά η έλλειψή της.

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο