Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Με το βλέμμα στο δημοτικό τραγούδι

Τι αντιπροσωπεύει σήμερα η παραδοσιακή ποίηση και πόσο λειτουργική είναι σε μια κοινωνία στην εποχή της οικονομικής κρίσης;

  • Real.gr
Με το βλέμμα στο δημοτικό τραγούδι
Τι αντιπροσωπεύει σήμερα η δημοτική ποίηση και πόσο λειτουργική είναι σε μια κοινωνία που εδώ και δεκαετίες - και όχι μόνο σήμερα στην εποχή της οικονομικής κρίσης;

Πώς επιβιώνει το δημοτικό τραγούδι, όταν έχουν ανατραπεί πολλά δεδομένα, όπως ο χώρος και ο τρόπος διασκέδασης, η ποιότητα και η ποσότητα της δημοτικής μουσικής, όχι μόνο της «εθνικής» αλλά και της παγκόσμιας;

Πώς μπορεί να γίνει κτήμα του σύγχρονου ανθρώπου, όταν ζει έξω και μακριά από την οικογένεια και το σχολείο; Σε αυτά τα ερωτήματα απαντά ο Ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κ. Βασίλης Αναγνωστόπουλος.

Στο ερώτημα με τι είναι συνδεδεμένο το δημοτικό τραγούδι, ο ίδιος, επισημαίνει πως είναι συνδεδεμένο με τη μουσική, με τον ρυθμό και τον στίχο που παραπέμπουν σε μια εποχή μακρινή, σε λαό και κοινωνία που αδυνατεί ο σύγχρονος Έλληνας να κατανοήσει.

Απεικονίζει βεβαίως, εξηγεί, το εθνικό παρελθόν, τους απελευθερωτικούς αγώνες με τα κλέφτικα, τη μετανάστευση με τα τραγούδια της ξενιτειάς, τη ληστοκρατία με τα ληστρικά και της φυλακής, όπως και τη συναισθηματική και βαθιά ανθρώπινη πλευρά των Ελλήνων, με τα τραγούδια της αγάπης και του έρωτα, του γάμου, τα περιγελαστικά, τα παιδικά και τόσα άλλα.

Πέθανε ή πεθαίνει στις μέρες μας; Δεν είναι εύκολο, σύμφωνα με τον ίδιο, να δεχτεί κανείς ότι το χιλιόχρονο δημοτικό τραγούδι πέθανε ή πεθαίνει στις μέρες μας, για να εξηγήσει:

«Οι κάποιες αναλαμπές αναβίωσης που συνδέονται με το ΟΧΙ του Σαράντα και την Αντίσταση, έσβησαν μπροστά στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης.

Και οι παλιότεροι θα θυμούνται ότι η «χούντα» των Συνταγματαρχών είχε επιβάλει στα σχολεία να ακούγονται δημοτικά τραγούδια την ώρα του διαλείμματος με την προσδοκία πως οι μαθητές θα συνηθίσουν να ακούν δημοτική μουσική».

«Φυσικά το γεγονός αυτό», πρόσθεσε, «λειτούργησε αρνητικά, γιατί τα θέματα της τέχνης δεν επιβάλλονται ως υποχρέωση, αλλά γίνονται αποδεκτά ή όχι από το ίδιο το άτομο μέσα σ΄ ένα κλίμα ελεύθερης επιλογής.

Και πρέπει να συνεκτιμήσουμε εδώ και το νεαρόν της ηλικίας, που φύσει ρέπει προς το νέο και μοντέρνο, αφού θεωρεί το δημοτικό τραγούδι ξεπερασμένο και συντηρητικό».

Όμως ποιοι ακούνε και πότε ακούνε δημοτικό τραγούδι σήμερα; Ας ερευνήσουμε, αναφέρει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο ο κ. Αναγνωστόπουλος, τους χώρους που πιθανόν να ακούγεται.

Κατά πρώτο στις εθνικές γιορτές, 28η Οκτωβρίου και 25η Μαρτίου, πράγματι ακούγονται κάποια τραγούδια την ώρα της παρέλασης, αλλά φυσικά δεν αρκούν για να μιλήσουμε για ακουστική επιρροή και ενδεχομένως για καλλιέργεια και παιδεία της ακοής. 'Αλλος χώρος είναι τα πανηγύρια, τα λαϊκά γλέντια όπου ακούγονται κυρίως χορευτικά δημοτικά τραγούδια...

Πρώτον ότι τα παραπάνω έχουν δραματικά περιοριστεί, όχι μόνο λόγω της εγκατάλειψης της υπαίθρου αλλά, κυρίως, κατά τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης.

Παλαιότερα κάθε χωριό είχε το πανηγύρι ή τα πανηγύρια του, στη μνήμη των Αγίων του, συνήθως την άνοιξη, καλοκαίρι και αρχές φθινοπώρου. Λ.χ. στα χωριά του Πηλίου, κατά μαρτυρίες ανθρώπων της περιοχής, μέσα στον ετήσιο κύκλο των εορτών γίνονταν πολλές δεκάδες πανηγύρια, όπου οι χοροί και οι σκοποί των τραγουδιών ήταν ελληνικοί και ευρωπαϊκοί. Σήμερα δεν ακούγονται όργανα παρά σε 5-6 κεφαλοχώρια και κάθε χρόνο λιγοστεύουν.

Δεύτερον, η συμμετοχή δεν είναι αυτή που θα υπολόγιζε κάποιος. Πράγματι, παλιότερα, αναφέρει, που τα πανηγύρια ήταν ο μόνος τρόπος διασκέδασης και επίδειξης, είχαμε πάνδημη προσέλευση. Σήμερα όχι. Ο νεανικός πληθυσμός προτιμάει άλλους τρόπους ψυχαγωγίας.

Τρίτον, τα όργανα δεν είναι τα παραδοσιακά, εκείνα που με το γλυκό παίξιμο γοήτευαν και όσους ήταν ξένοι προς τον τρόπο αυτό της διασκέδασης.
 
Ονόματα σαν του Νίκου Καρακώστα, του Πετρολούκα Χαλκιά, του Γιώργου Παπασιδέρη, του Αριστείδη Μόσχου, του Κωνσταντίνου Σαλέα, του Νίκου Βασιλόπουλου σπανίζουν.

Από τα παραδοσιακά όργανα κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο, ακορντεόν και ντέφι, τώρα χρησιμοποιούν σχεδόν μόνο το κλαρίνο, την (ηλεκτρονική) κιθάρα, αρμόνιο και ντραμς.

Έχουμε δυστυχώς, τονίζει ο ομότιμος καθηγητής, εκτέλεση τραγουδιών αλλοιωμένη από υποβαθμισμένα παραδοσιακά όργανα ή σύγχρονα ηλεκτρονικά, τα συνθεσάιζερ κ.λπ. και, ακόμη, τραγουδιστές χωρίς λαϊκή φωνή και ανάλογα βιώματα.
 
Σπανίζουν φωνές σαν της Σοφίας Κολλητήρη, της Γιώτας Βέη, του Μπέλλου, του Μήτσου Αραπάκη, της Δόμνας Σαμίου.

Τέταρτον, στα πανηγύρια αυτά σπανίως παίρνουν μέρος οι νέοι, που, όπως αναφέραμε πιο πάνω, προτιμούν άλλα, σύγχρονα είδη μουσικής.
 
Δεν κατανοούν λ.χ. τον συμβολισμό των δρωμένων ή δεν συγκινούνται από τα λαϊκά έθιμα, τον χορό ή το δημοτικό τραγούδι και ο λόγος είναι ότι δεν έχουν μέσα τους ανάλογα βιώματα, δεν έχουν ζήσει παρόμοιες καταστάσεις - πέραν του ότι έχουν αλλάξει άρδην οι συνθήκες ζωής με την υψηλή τεχνολογία και την παγκοσμιοποίηση.

Το βίωμα όμως έχει αξία για τον συναισθηματικό κόσμο του ατόμου, αφού είναι συναρτημένο με αναμνήσεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, σημειώνει επίσης ο καθηγητής.

Πέμπτον, οι γάμοι, που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι ο φυσικός χώρος των δημοτικών τραγουδιών όλων των κατηγοριών, του τραπεζιού και του χορού, ολοένα και περισσότερο προτιμούν άλλες οικονομικές λύσεις και αποφεύγουν τα γαμήλια γλέντια με λαϊκά όργανα.

Πρέπει να ομολογήσουμε, λέει ο καθηγητής, ότι η οικονομική κρίση εδώ επηρεάζει όχι μόνο τα πολυέξοδα παραδοσιακά γλέντια αλλά και τους θεσμούς και τα έθιμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι έχουν αυξηθεί οι πολιτικοί γάμοι, όπως, επίσης, έχει περιοριστεί η χλιδή και η αμετροέπεια σε στολισμούς των θρησκευτικών γάμων.

Στο ερώτημα αν κάποιες προσπάθειες που αποσκοπούσαν στη προσαρμογή παραδοσιακών τραγουδιών σε καινούριους μουσικούς δρόμους και ρυθμούς, τι απέδωσαν, μάλλον, σύμφωνα με τον καθηγητή, περιέπλεξαν τα πράγματα πιο πολύ παρά έλυσαν το πρόβλημα.

Ο εκσυγχρονισμός στην περίπτωσή μας μοιάζει με το έγκλημα κάποιων ιερέων ή επιτρόπων που ασβέστωσαν τις εκκλησίες και τα εκκλησάκια, γιατί κάποιοι ασεβείς είχαν μουντζουρώσει τις εικόνες, τονίζει ο ίδιος χαρακτηριστικά.

Πάντως, ο κ. Αναγνωστόπουλος εκτιμά πως οι κοινωνικές συνθήκες συνολικά έχουν αλλάξει και με τη σειρά τους έχουν αλλάξει τον Έλληνα, προκειμένου να προσθέσει:

«Του έχουν δώσει άλλη κατεύθυνση και άλλη ερμηνεία για το λαϊκό πολιτισμό και την παράδοση.

Ιδιαίτερα, η προφορική (στοματική) παράδοση σχεδόν έχει εκλείψει, γιατί έχει αντικατασταθεί από την τηλεόραση και το θόρυβο της καφετέριας, από το κινητό και τα ακουστικά ψηφιακά βιβλία.
 
Μιλούν όλο και λιγότερο οι άνθρωποι σήμερα, δεν ανοίγουν τις καρδιές τους, αλλά τις φυλάνε κλειστές όπως και τις πόρτες του σπιτιού τους.

Και μόνο, ίσως, αναπολούν τα παλιότερα σπεροκαθίσματα, ξεφλουδίσματα, αλώνισμα, τον τρύγο, το θέρισμα του χωραφιού, ή το γλέντι του γάμου και τους χορούς στο πανηγύρι.
 
Τα ίδια αίτια, βέβαια, εμποδίζουν και το λαϊκό παραμύθι να αναπτυχτεί και να ανανεωθεί, αλλά εκεί τα πράγματα έχουν διαφορετικά.

Θα ήθελα να ελπίζω στην εκπαίδευση, ότι δηλαδή μέσα απ΄ αυτή θα μπορούσε να γίνει το θαύμα, η αναβίωση της δημοτικής ποίησης τόσο στο θέμα της έμπνευσης όσο και στην καλλιέργεια της αγάπης προς αυτή.

Θα ήθελα οι νέοι να μην την αποφεύγουν και να μη μιλούν απαξιωτικά γι΄ αυτή, και φυσικά θα ήταν εφικτή αυτή η στάση τους, αν είχαν την ενημέρωση και την ουσιαστική βοήθεια από το σχολείο, τους δασκάλους και τους καθηγητές.

Η σημερινή, λοιπόν, πραγματικότητα στέκεται μάλλον αρνητικά θα έλεγα απέναντι στη δημοτική ποίηση και στο δημοτικό τραγούδι, που το θέλει μάλλον μουσειακό είδος, για να το χρησιμοποιεί όταν νομίζει ότι το χρειάζεται ή να το επικαλείται για να επιτύχει άλλους στόχους».

Τι οφείλουμε να κάνουμε, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανό και λειτουργικό το δημοτικό τραγούδι;Πιστεύω, επισημαίνει ο κ. Αναγνωστόπουλος, ότι πρέπει να στραφούμε προς δυο κατευθύνσεις:

α) στην καταγραφή, συγκέντρωση και έντυπη ή ψηφιακή έκδοση των δημοτικών τραγουδιών, που θα έπρεπε με κάποιον τρόπο, να φτάνουν ως μουσική σε όλους, κυρίως στους νέους ανθρώπους, γιατί, τελικά, το δημοτικό τραγούδι είναι παιδεία, γλώσσα και μουσική, ρυθμός και ήχος και

β) στην ιστορική και αισθητική μελέτη των τραγουδιών, με σκοπό την ανάδειξη της μοναδικότητάς τους, γιατί η σύλληψη και ο λυρισμός τους, οι υπερρεαλιστικές εικόνες και οι αστραφτεροί στίχοι τους συναγωνίζονται, θα τολμούσα να πω, τα λαμπερά γλυπτά του Παρθενώνα.


ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο