Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Νταλάρας, Σαββόπουλος, Μητσιάς, Δεληβοριάς διηγούνται ιστορίες για τον Κηλαηδόνη

Φτωχός και μόνος καουμπόης. Ετσι θέλησε να αυτοπροσδιορίζεται. Αλλά, όχι. Μόνος δεν ήταν.

  • Real.gr
Νταλάρας, Σαββόπουλος, Μητσιάς, Δεληβοριάς διηγούνται ιστορίες για τον Κηλαηδόνη
Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής και πολύ αγαπητός στο κοινό. Τα τραγούδια του συντρόφευσαν (και συντροφεύουν) διαφορετικές γενεές. Τα πάρτι του, με πρώτο αυτό στη Βουλιαγμένη, έχουν καταγραφεί στην ιστορία της μουσικής.

Ο καλλιτέχνης που συνέθετε τη ζωή, τη ζωή τη δική του και τη ζωή όλων μας, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο ερμηνευτής που μεταποιούσε σε σημαντικά τα ασήμαντα και τα καθημερινά, «έφυγε» χθες από κοντά μας, σε ηλικία 73 ετών, αλλά όχι εντέλει από δίπλα μας.

Θα βρίσκεται «κάτι νύχτες με φεγγάρι μέσ' τα θερινά τα σινεμά», αλλά και στα μικρά και τα μεγάλα του βίου μας, με το αναγνωρίσιμο στυλ, το χαρακτηριστικό του ύφος και την ιδιαίτερα προσωπική ερμηνεία των τραγουδιών του.

Απεβίωσε τα ξημερώματα ύστερα από βραχεία νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου Υγεία, λόγω προχωρημένου σταδίου καρδιακής ανεπάρκειας.

«Ο Λουκιανός έφυγε σήμερα (χθες), 7 Φεβρουαρίου 2017, τα ξημερώματα από κοντά μας. Ευχαριστούμε πολύ όλους τους γιατρούς, τις νοσηλεύτριες και τους νοσηλευτές που τον φρόντισαν σε όλες του τις νοσηλείες. Ευχαριστούμε όλους εσάς που τον αγαπήσατε και ξέρουμε ότι θα τον αγαπάτε για πάντα. Η τελετή θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο. Στη μνήμη του Λουκιανού, όσοι θέλετε μπορείτε να καταθέσετε χρήματα στον λογαριασμό GR8501101130000011395450502 της Εθνικής Τράπεζας, βοηθώντας μία αγαπημένη μας οικογένεια που το έχει ανάγκη. Οικογένεια Λουκιανού Κηλαηδόνη», ήταν η λιτή ανακοίνωση της οικογένειας.

Τροβαδούρος της καθημερινότητας, ο Λ. Κηλαηδόνης υπήρξε ο τραγουδοποιός που μίλησε για κοινωνικά ζητήματα και για πολιτικά θέματα μέσα από τα τραγούδια του με τρόπο απλό (αλλά καθόλου απλοϊκό), άμεσο, εύστοχο και οικείο, με χιούμορ πολλές φορές, αγάπη αλλά και ελαφρύ σαρκασμό.

Εδωσε λόγο στη Μαίρη Παναγιωταρά, «μια εργαζόμενη γυναίκα, μια καλή νοικοκυρά», σχολιάζοντας τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Πήρε θέση σε ζητήματα-ταμπού στον «Υπνο των μαύρων σκυλιών». Μίλησε για την «ανοχή» στα «Νέα μέτρα», έγινε τρυφερός στο «Οσο αγαπιόμαστε τα δυο», υπήρξε ειλικρινής στο «Decadenza» και αντιμετώπισε σκωπτικά το θέμα των σχέσεων στο «Πού βαδίζουμε, κύριοι».

Για πολλούς ο Λουκιανός Κηλαηδόνης είναι η εφηβεία τους. Οι σχολικές εκδρομές, η 5νθήμερη, τα βράδια του καλοκαιριού με φωτιά και κιθάρες στην παραλία. Είναι τα πάρτι. Και ΤΟ πάρτι.
Το πάρτι-σημείο αναφοράς στη Βουλιαγμένη. Εκεί όπου χιλιάδες γίνανε μια παρέα και έζησαν μοναδικές στιγμές. Οσο εξωστρεφής ήταν η μουσική του, τόσο ο ίδιος υπήρξε εξαιρετικά χαμηλών τόνων, σεμνός και αθόρυβος. Δεν αγαπούσε τα κοσμικά, την προβολή, τα πολλά λόγια.

Γράφει στο μότο των «Υδραργύρων», του βιβλίου του με 15 μικρά αφηγήματα (1976): «Ολα θα συμβούν σε απόλυτη ησυχία». Ετσι έζησε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης κι έτσι «έφυγε»: ήσυχα.

Ενας καουμπόης στα... θερινά σινεμά

Γεννημένος στις 15 Ιουλίου του 1943 στην Κυψέλη, τότε που ακόμα είχε «αγιόκλημα και γιασεμιά», μια εικόνα που κατέγραψε στα χιλιοτραγουδισμένα «Θερινά σινεμά», ο Λουκιανός Κηλαηδόνης σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο και στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, χωρίς ποτέ να ασκήσει το επάγγελμα του αρχιτέκτονα, αφού τον κέρδισε ολοκληρωτικά η μουσική.

«Η αρχιτεκτονική έκφραση είναι το πρελούδιο, το χορικό, η φούγκα, η μελωδία, το ρήμα και ο ρυθμός» όπως λέει ο Λε Κορμπιζιέ. Ο Κηλαηδόνης μεταγράφει όλη αυτή την εμπειρία σε μουσική έκφραση. «Χτίζει» τραγούδια και συνθέτει μουσικά εικαστικά δρώμενα. Το 1970 «χτίζει» με νότες την «Πόλη μας», σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου. «Χτυπώντας μια πόρτα κλειστή» η οποία, ευτυχώς, ανοίγει διάπλατα, εισέρχεται πλησίστιος στον στίβο του ελληνικού τραγουδιού. Εναν χρόνο μετά βάφει μια «Κόκκινη κλωστή» με τα λόγια του Νίκου Γκάτσου.

Το 1973 βουτάει το μαύρο βινύλιο στο κόκκινο χρώμα και τα λογοκριμένα «Μικροαστικά» σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη ταράζουν τα στάσιμα νερά της δικτατορίας, λόγω των πολιτικών τους μηνυμάτων. Η βελόνα στα πικάπ παίζει τον κόκκινο δίσκο μέχρι να φθαρεί.

Από το 1978 ο Λουκιανός «κατασκευάζει» την περσόνα του φτωχού και μόνου καουμπόη, με handmade υλικά: μουσική, στίχοι και ερμηνεία. Στον δίσκο «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου μπόυ» εξελληνίζει την αμερικάνικη ποπ αρτ και τον αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της τζαζ, γράφοντας το τραγούδι «Κάπου την έχουμε πατήσει», με στίχους μόνο αριθμούς: «Δέκα μείον πέντε μείον πέντε, έξι διά δύο συν οκτώ, είκοσι φορές το δεκαπέντε έντεκα κι εφτά δεκαοχτώ. Σύνολο δεκάξι μάλλον είναι εντάξει, δεν έχω λάθος, μα ας τα ξαναδώ».
Στο «Ψυχραιμία παιδιά» (1979) γράφει ένα βαθιά λυπημένο μπλουζ με στίχους μόνο χρώματα, το «17 Αmaryllidos Str. Blues».

«Πράσινο, βαθύ πράσινο, βαθύ μπλε, βαθύ μοβ...». Στον ίδιο δίσκο υπάρχει το χαρούμενο νανούρισμα «Τζιν, τζιν, τζιν», αφιερωμένο στην κόρη του, Γιασεμή. Η βαθιά θλίψη του πρώτου μπλουζ ισοσταθμίζεται με το χαρούμενο νανούρισμα. Ο Κηλαηδόνης λειτουργεί ως μετασχηματιστής συναισθημάτων, καλός αγωγός της ζωής, κακός αγωγός της απόγνωσης και του υπαρξιακού άλγους.

Η ατμόσφαιρα αλλάζει στη «Χαμηλή πτήση» του 1982 και το τραγούδι «Το Πάρτι». «Θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτι, πάρτι από 'κείνα τα παλιά. Και να καλέσω σε κείνο το πάρτι να 'ρθουν τα πιο καλά παιδιά».

Ενα γενναιόδωρο προσκλητήριο ζώντων και κεκοιμημένων αγαπημένων του «φίλων». Τριάντα οκτώ «βαριά» ονόματα της παγκόσμιας τέχνης συναντιώνται «σ' ένα βαθύ μπουντρούμι με ένα μπουκάλι ρούμι».

Στον «Υμνο των μαύρων σκυλιών (Λέμε ναι)» τολμά να δηλώσει: «στα πρεζάκια λέμε ναι» αλλά «Οχι στην ηρωίνη,/ όχι σ’ αυτό το διάολο/ Οχι στην κοκαΐνη,/ όχι στα σκληρά».

Στον ίδιο δίσκο, τα «Τραγούδια για κακά παιδιά» (1986), υπάρχει το σχόλιο για την απάθεια της εποχής, μέσα από τους στίχους του «Μασάω τσίχλα», ενώ τέσσερα χρόνια μετά στο «Φταίει ο χοντρός» (από το «Γιατί θα γίνω μαραγκός», 1990) το μήνυμα είναι σαφές: «Τι θα πει μας τα 'παν αλλιώς/τι θα πει τα φάγαν' οι άλλοι/τι θα πει πως φταίει ο χοντρός;- Θα πει πως φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς, ναι, φταίνε κι οι άλλοι».

Το 1993 κυκλοφορεί το διπλό του άλμπουμ με τίτλο «Αχ! Πατρίδα μου γλυκιά», που είναι μια καταγραφή της μουσικής πορείας της Ελλάδας τα τελευταία 50 χρόνια, με κατηγορίες τραγουδιών που ανήκουν στον χώρο της προφορικής παράδοσης. Στα «Φανταρίστικα» (2002 και 2007) γράφει μουσική πάνω σε στίχους ανώνυμων φαντάρων, από τη στήλη της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας «Φαντάρε πού πας;».

Ηταν παντρεμένος με την ηθοποιό και βουλευτή Αννα Βαγενά, με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Το 1999 δημιούργησαν μαζί τη δική τους θεατρική και μουσική σκηνή, το «Μεταξουργείο», μια νησίδα πολιτισμού σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, το οποίο στέγασε τα καλλιτεχνικά τους όνειρα.

Θλίψη για τον θάνατο του Λουκιανού Κηλαηδόνη εξέφρασαν οι ηγεσίες όλων των πολιτικών κομμάτων.

Το θρυλικό πάρτι και οι νύχτες στη Νέα Ορλεάνη

Ιδιαίτερη μνεία απαιτεί η πρώτη μεγάλης κλίμακας συναυλία του, το περίφημο (και αξέχαστο) «Πάρτι στη Βουλιαγμένη», στις 25 Ιουλίου του 1983, που συγκέντρωσε πάνω από 70.000 άτομα (άλλες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό στις 100.000).

Το «Πάρτι στη Βουλιαγμένη» θεωρήθηκε το ελληνικό «Woodstock» και ο Κηλαηδόνης με αυτήν την εκδήλωση ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα σε φυσικούς χώρους.

Σε μια εποχή που ο όρος «beach party» δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός, η συναυλία αυτή κατάφερε να δημιουργήσει το αδιαχώρητο σε όλη την παραλιακή λεωφόρο, από τη Βουλιαγμένη μέχρι τη Λεωφόρο Συγγρού.

Τριάντα χρόνια μετά το θρυλικό «πάρτι» που είχε πραγματοποιήσει στην Πλαζ της Βουλιαγμένης, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έδωσε μία συναυλία στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (15/6/2013), χαρίζοντας στο κοινό μία βραδιά αναβίωσης, μνήμης, συγκίνησης, κεφιού και μουσικής.

Συναυλίες είχε δώσει πολλές, σε όλη την Ελλάδα, εμπλουτίζοντάς τες με πολλά θεατρικά και εικαστικά στοιχεία, κάνοντάς τες να μοιάζουν περισσότερο με μουσικές θεατρικές παραστάσεις. Εστρωσε την τσιμεντένια ορχήστρα του Λυκαβηττού με φυσικό γκαζόν και «μετέφερε» στον ίδιο χώρο το στούντιό του.

Η παράσταση «Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά» χαρακτηρίστηκε ως το πρώτο ελληνικό λαϊκό μιούζικαλ, στο «Cocktail Party» είχε φτιάξει ανάλογη ατμόσφαιρα, ενώ βρέθηκε στη Νέα Ορλεάνη για να τζαμάρει με το περίφημο συγκρότημα «Preservation Hall Jazz Band».

Το καλοκαίρι του 2006 συνεργάστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής πραγματοποιώντας συναυλίες στην Ελλάδα, στο εξωτερικό καθώς και στο Ηρώδειο απ' όπου προέκυψε ένα διπλό cd με τίτλο «Μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά».

Είχε γράψει θεατρική και κινηματογραφική μουσική. Για δέκα χρόνια έγραφε αποκλειστικά τη μουσική για την «Ελεύθερη Σκηνή», με επιλεγμένα κομμάτια να περιλαμβάνονται στο άλμπουμ «Πάμε μαέστρο».

Ηταν βασικός συνθέτης των παραστάσεων του Θεσσαλικού Θεάτρου της πρώτης περιόδου. Είχε υπογράψει τα σάουντρακ για τις ταινίες «Οι κυνηγοί» και «Ο θίασος» του Αγγελόπουλου, «Ελευθέριος Βενιζέλος» του Βούλγαρη και «Οι Αθηναίοι» του Αλεξάκη.

Διονύσης Σαββόπουλος

«Νωχελής, γοητευτικός, ανάλαφρος με μια δόση μελαγχολίας, όση χρειαζόταν για να βαθύνει μέσα μας. Είχε την αγνότητα αλλά και την αριστοκρατικότητα να τραγουδήσει για πράγματα που τον συγκινούσαν βαθιά: τα σινεμά του, τις κατασκηνώσεις, τους φίλους του, τα πάρτι του... Τραγούδησε με τόση αγάπη που τα 'κανε αθάνατα. Στην πρώτη εκπομπή του ''Ζήτω το ελληνικό τραγούδι'', τον περίμενα αλλά τράκαρε. Του ευχηθήκαμε τότε "περαστικά Λουκιανέ". Τώρα πια θα μας εύχεται εκείνος "περαστικά" απ' τις κατασκηνώσεις του ουρανού».

Γιώργος Νταλάρας

«Ο Λουκιανός με τη μουσική και τα τραγούδια του έδειξε τον υπέροχο χαρακτήρα του και τη μοναδική ευγένειά του. Μπήκε μέσα στο θέατρο, στις ταινίες, στα όνειρα των ανθρώπων με προσοχή, τρυφερότητα και αυταπάρνηση... Εγραψε τραγούδια αληθινά, με σκωπτική διάθεση στα κακώς κείμενα, αλλά καθόλου καταγγελτική σε σχέση με τα τραγούδια της εποχής του. Δεν θα φύγει ποτέ από την καρδιά και το μυαλό μου. Θ' ακούω τη φωνή και το πιάνο του φίλου μου σ' όλες τις καλές μου στιγμές. Και δεν θα είμαι ο μόνος. Ο cowboy μας δεν θα είναι ποτέ ούτε φτωχός ούτε μόνος».

Μανώλης Μητσιάς

«Ο Λουκιανός ήταν από τους πιο αγαπημένους μου συνθέτες. Αυτός και ο Δήμος Μούτσης με καθιέρωσαν. Τα πρώτα τραγούδια, από το χορόγραμμα ''Η πόλη μας'' της Ραλλούς Μάνου, έγιναν κλασικά και αγαπήθηκαν από τον ελληνικό λαό όσο λίγα. Είναι όλη μου η νιότη συνδεδεμένη με τον Λουκιανό και νιώθω σήμερα ότι έχω χάσει τον μισό μου εαυτό. Ηταν πολύ αγαπητός, είχε χιούμορ, γνώση για τον ελληνικό πολιτισμό, ένας από τους πρωτεργάτες του ελεύθερου θεάτρου. Ανήκε στις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπων και δημιουργών. Θα μας λείψει πάρα πολύ».

Φοίβος Δεληβοριάς

«Μου 'χες πει πως ο Παράδεισος για σένα είναι ο κινηματογράφος "Ροζικλαίρ" στην Κυψέλη, μια τυχαία μέρα του 1955. Μια μέρα που θα παίζεται σε επανάληψη κάποιο νουάρ του '40... Είμαι σίγουρος πως είσαι εκεί, πως η Φωκίωνος τ' ουρανού ζητωκραυγάζει που επέστρεψες και πως ένα κάτασπρο πιάνο σε περιμένει να παίξεις τη μαγική "Decadenza" σου για κείνους που καταλαβαίνουν. Θα είμαι πάντα ένας απ' αυτούς. Κι όταν το "Ροζικλαίρ" θα ξαναπροβάλει το "Big Sleep", θέλω να μου κρατήσεις μια θέση δίπλα σου: θα είμαι εκεί».

ΠΗΓΗ: Εθνος

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο