
Με άγνωστο ακόμη τον χρονικό ορίζοντα λήξης της διεθνούς αναταραχής και των ανεξέλεγκτων, σύμφωνα με την πλειονότητα των αναλυτών, ανατιμήσεων σε πετρέλαιο, τρόφιμα και άλλες πρώτες ύλες, μια θετική εκτίμηση για το βαθμό των επιπτώσεων που θα υπάρξουν ως προς το ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας δημιουργεί αισιοδοξία στους παράγοντες του οικονομικού επιτελείου.
Ειδική μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η οποία περιλαμβάνεται στην πρόσφατη έκθεση του διεθνούς Οργανισμού για την παγκόσμια οικονομία, προβλέπει ότι την περίοδο 2010-2014 θα επιτευχθεί στην Ελλάδα ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ 3,5% κατά μέσο όρο και υποχώρηση του πληθωρισμού το 2014 στο 1,9%. Η μελέτη καταρτίστηκε με τις παραδοχές ότι οι τιμές του πετρελαίου θα διατηρηθούν έως το 2014 στα σημερινά ονομαστικά επίπεδα, όπως και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο προβλεπόμενος μέσος ρυθμός ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία θα είναι 3,5% έναντι μόλις 1,9% για την ευρωζώνη, 2,5% για τις ΗΠΑ και 2,4% για το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ. Ο διεθνής Οργανισμός λαμβάνει υπόψη του για την Ελλάδα την ήδη υψηλή - σε σύγκριση με άλλες οικονομίες - ανάπτυξη που καταγράφεται (για το 2008 εκτιμάται από τον ΟΟΣΑ στο 3,5%), το γεγονός ότι θα υλοποιούνται έργα του ΕΣΠΑ (Δ΄ ΚΠΣ, η προγραμματική περίοδος του οποίου λήγει το 2013), αλλά και τη γεωπολιτική θέση της χώρας (υψηλή ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης). Για τον πληθωρισμό, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι θα περιορισθεί το 2014 στο 1,9%, όσο ακριβώς προβλέπεται και για την ευρωζώνη.
Εάν οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ επαληθευθούν, τότε η ελληνική οικονομία θα έχει ουσιαστικά περάσει ανεπηρέαστη τη διεθνή αναταραχή. Κρίσιμο έτος, πάντως, είναι το 2008, καθώς παρά τον ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ κατά 3,6% για το α’ τρίμηνο, το «στοίχημα» για την ανάπτυξη δεν θεωρείται κερδισμένο - με δεδομένες τις μεγάλες αβεβαιότητες. Ουδείς μπορεί να προβλέψει την πορεία των τιμών του πετρελαίου, οι οποίες κινούνται σταθερά σε επίπεδο άνω των 120 (πιο πρόσφατα άνω των 130) δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ η αναθεωρημένη πρόβλεψη τον Απρίλιο από το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών για ρυθμό ανάπτυξης 3,6% εφέτος, βασίζεται στην εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μέση τιμή πετρελαίου το 2008 στα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Παράλληλα, η διεθνής κρίση έχει επηρεάσει δυσμενώς ορισμένους τομείς της οικονομίας, οι οποίοι τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη, όπως είναι η ιδιωτική κατανάλωση και η οικοδομική δραστηριότητα. Επίσης, αβεβαιότητα επικρατεί εν μέρει και όσον αφορά τα έσοδα από τον τουρισμό, με δεδομένα τρία αρνητικά στοιχεία: την επιβράδυνση της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, την ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου και τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στο Πεκίνο και του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου στην Αυστρία.
Στον αντίποδα των αρνητικών αυτών στοιχείων, οι παράγοντες της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας εκφράζουν αισιοδοξία ότι τελικά ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το σύνολο του τρέχοντος έτους θα διαμορφωθεί, στη δυσμενέστερη των περιπτώσεων, στο επίπεδο του 3%-3,4%. Η εν λόγω αισιοδοξία για διατήρηση υψηλής, υπό τις παρούσες διεθνείς συνθήκες, ανάπτυξης, εδράζεται στην εκτίμηση ότι οι προοπτικές είναι καλύτερες από ότι υποδηλώνουν τα στοιχεία για το ΑΕΠ κατά το α’ τρίμηνο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, τα συγκεκριμένα στοιχεία επηρεάστηκαν αρνητικά σε μεγάλο βαθμό από τις απεργιακές αντιδράσεις, τόσο λόγω της αναμόρφωσης του ασφαλιστικού συστήματος, όσο και λόγω των διαγωνισμών για τις συμπράξεις με ιδιώτες σε ΟΛΠ και ΟΛΘ. Η ΕΣΥΕ κατέγραψε, ως απότοκο της πρώτης περίπτωσης, τη μείωση της παραγωγής ορυχείων και λατομείων- κυρίως άνθρακα και λιγνίτη από τη ΔΕΗ- κατά 21,8% τον Μάρτιο και κατά 3,8% τον Απρίλιο.
Ως αρνητική επίπτωση από τις αντιδράσεις των εργαζομένων στα δύο μεγάλα λιμάνια της χώρας, αλλά και από και την αύξηση του κόστους στην εισαγωγή πρώτων υλών, αναφέρεται η μείωση της παραγωγής των μεταποιητικών βιομηχανιών κατά 2,4% το α’ τρίμηνο. Παραγωγή, όμως, που ήδη, ανέκαμψε κατά 3,1% τον Απρίλιο.