
Θετικό ρυθμό ανάπτυξης αναμένεται να σημειώσει η ελληνική οικονομία το 2009 ισχυρίστηκε την Τρίτη ο υπουργός Οικονομίας Γιάννης Παπαθανασίου, σε ομιλία του σε οικονομικό φόρουμ.
Ο κ. Παπαθανασίου επανέλαβε ότι το υπουργείο Οικονομίας πρόκειται να αξιολογήσει τα αποτελέσματα από τα μέτρα που έχει πάρει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της κρίσης και ότι εάν χρειαστεί θα προχωρήσει στη λήψη περαιτέρω μέτρων.
Παράλληλα, ο υπουργό Οικονομίας έκανε έκκληση για συναίνεση σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και επιχειρηματικό επίπεδο λόγω της οικονομικής κρίσης.
Συγκεκριμένα, ο Γ. Παπαθανασίου ανέφερε στην ομιλία του ότι η διεθνής χρηματοοικονομική κρίση κατέλαβε τους πάντες εξαπίνης. Για την ακρίβεια, πολλοί γνώριζαν ότι η αγορά χρηματοπιστωτικών προϊόντων αντιμετώπιζε προβλήματα διόγκωσης και ανεπαρκούς ελέγχου. Ωστόσο, κανένας δεν μπόρεσε να προβλέψει το ξέσπασμα αυτής της κρίσης, ούτε βέβαια τις διαστάσεις που θα έπαιρνε. Σήμερα, μετά από δύο χρόνια σχεδόν, μιλάμε πλέον για τη χειρότερη οικονομική κρίση μετά το 1929.
Η διαφορά όμως με το παρελθόν, δήλωσε ο κ. Παπαθανασίου, είναι ότι αυτή τη φορά το διεθνές σύστημα αντέδρασε ταχύτερα και κυρίως συντονισμένα. H συνεργασία των Κυβερνήσεων, των Κεντρικών Τραπεζών και των Διεθνών Οργανισμών υπήρξε άμεση και ουσιαστική. Το ένα μετά το άλλο, μεγάλα και μικρά κράτη, ανέλαβαν πρωτοβουλίες και μέτρα - ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητές τους - για να θωρακίσουν τις οικονομίες τους και να περιορίσουν τις συνέπειες της κρίσης.
Παράλληλα, ο υπουργός σημείωσε χαρακτηριστικά για την Ελλάδα: «Αντιδράσαμε άμεσα και αποφασιστικά. Ήμασταν από τις πρώτες χώρες της Ε.Ε. που αναλάβαμε πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κρίσης. Και στην κατεύθυνση αυτή, συνεργαστήκαμε στενά με τους εταίρους μας στην Ευρώπη για τις παρεμβάσεις που έπρεπε να γίνουν. Παρά το ότι το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα δεν αντιμετώπισε τα προβλήματα που εμφανίστηκαν σε άλλες χώρες, φροντίσαμε από πολύ νωρίς να εγγυηθούμε για την ασφάλειά του, να διασφαλίσουμε την ομαλή λειτουργία του και να ενισχύσουμε τη ρευστότητά του απέναντι στις διεθνείς πιέσεις».