
Ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας, με έμφαση στις ΑΠΕ και στις χαμηλές εκπομπές αερίων, στο πλαίσιο του προγράμματος 20-20-20 θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τα θέματα χρηματοδότησης των νέων μονάδων και της υποδομής, με δεδομένο το υψηλό κόστος του χρήματος, τις υφιστάμενες δυσκαμψίες στο θεσμικό πλαίσιο και την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής εξοπλισμού.
Τα παραπάνω αποτελούν το επιστέγασμα της συζήτησης που έγινε την Πέμπτη με την ευκαιρία της παρουσίασης της μελέτης του ΙΟΒΕ για τις μακροχρόνιες ενεργειακές προοπτικές και τις προκλήσεις του τομέα στην Ελλάδα, με ορίζοντα το 2050. Τη μελέτη εκπόνησε το Ίδρυμα σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ενέργειας-Οικονομίας-Περιβάλλοντος του ΕΜΠ και παρουσίασε ο καθηγητής Παντελής Κάπρος.
Από τη μελέτη προκύπτει ότι οι νέες επιλογές και πρακτικές της ενεργειακής στρατηγικής θα πρέπει να περιλαμβάνουν:
* Ανάπτυξη των ΑΠΕ σε μεγάλη κλίμακα, την ανάπτυξη υποδομών και τηναξιοποίηση του φυσικού αερίου για την εξισορρόπηση φορτίου,
* Τιμές που ανακτούν το πλήρες κόστος, καθώς και το κόστος αποφυγής των εκπομπών,
* Υψηλές δαπάνες επένδυσης σε εξοικονόμηση ενέργειας και σε πιο αποδοτικό ενεργειακό εξοπλισμό, με μικρότερες λειτουργικές δαπάνες,
* Εξηλεκτρισμό των μεταφορών και επέκταση της χρήσης βιοκαυσίμων,
* Ανάπτυξη αποκεντρωμένης ηλεκτροπαραγωγής με έξυπνα δίκτυα και μετρητές.
Σύμφωνα με τον κ. Κάπρο, η πρόκληση συνίσταται τελικά στο πώς θα αυξηθούν σημαντικά οι επενδύσεις σε όλους τους τομείς, καθώς εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν 200 δισ. ευρώ επενδύσεων μέχρι το 2050 επιπλέον αυτών του σεναρίου αναφοράς. Αυτές θα πρέπει να αφορούν κυρίως τα δίκτυα και τις διεθνείς διασυνδέσεις, τη δημιουργία νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής κυρίως φυσικού αερίου, που θα υποκαταστήσουν τα στερεά καύσιμα (λιγνίτης), τη δημιουργία «έξυπνων» δικτύων και υποδομής για τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και μέσα σταθερής τροχιάς.
Η συγκυρία
Ο προβληματισμός που αναπτύχθηκε στη συζήτηση που ακολούθησε αφορούσε κυρίως στις επιπτώσεις που έχει η παρούσα συγκυρία στη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ανεξάρτητων Παραγωγών-ΕΣΑΗ και πρόεδρος της Ελλάκτωρ Αναστάσιος Καλλιτσάντσης, εξέφρασε έντονο προβληματισμό, ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει η παρούσα συγκυρία στο επενδυτικό περιβάλλον.
Όπως είπε, «το ότι ως χώρα βρισκόμαστε ενώπιον κινδύνου αδυναμίας εκπλήρωσης των οικονομικών μας υποχρεώσεων, η οποία θα σήμαινε πλήρη αδυναμία πρόσβασης στις αγορές και κατά συνέπεια αδυναμία υλοποίησης οποιασδήποτε επένδυσης, θα πρέπει να οδηγήσει σε νέα ιεράρχηση προτεραιοτήτων». Σημείωσε δε χαρακτηριστικά: «Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, οι αλληλοεπιδράσεις της ενεργειακής πολιτικής με το ΑΕΠ, το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, με την εξέλιξη του χρέους, με τη δυνατότητα ή την αδυναμία άντλησης κεφαλαίων για τις απαιτούμενες επενδύσεις αποκτά βαρύνουσα σημασία.
Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή της Ελλάδας στις εκπομπές CO2 παγκοσμίως είναι απειροελάχιστη. Με αυτά τα δεδομένα κρίνεται σκόπιμο να εστιάσουμε στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί για το 2020 και να τοποθετήσουμε σε νέα βάση τους μετά το 2020 στόχους». «Ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας», κατέληξε ο κ. Καλλιτσάντσης, «δεν μπορεί να έχει ως απόλυτη προτεραιότητα τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το κόστος του χρήματος και τη βέλτιστη αξιοποίηση των υπαρχουσών επενδύσεων».
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Δεσύπρης, διευθυντής Ρυθμιστικών Θεμάτων του Ομίλου Μυτιληναίος, που ήταν ο χορηγός εκπόνησης της μελέτης, αναφέρθηκε στις σοβαρές αδυναμίες του ενεργειακού τομέα που αναφέρονται στη μελέτη, όπως:
* Αργή ανάπτυξη των ΑΠΕ και μεγάλη έλλειψη διασυνδετικών δικτύων
* Στρεβλώσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, έλλειψη κοστοστρέφειας των τιμών, έλλειψη διμερών συμβάσεων, συνεχής λειτουργία παλαιών ρυπογόνων μονάδων, επιμονή σταυροειδών επιδοτήσεων, χρόνιες αγκυλώσεις .
* Καθυστερήσεις στην ενσωμάτωση καινοτόμων τεχνολογιών έξυπνων δικτύων, βιομάζας και βιοκαυσίμων, μεγάλης κλίμακας μονάδων συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης και αιολικών.
«Οι αδυναμίες αυτές», συνέχισε ο κ. Δεσύπρης, «έχουν πραγματικό κόστος στον καθένα από εμάς ως καταναλωτές, στην παραγωγική βιομηχανία και ιδιαίτερα την εξαγωγική που καλείται να ανταγωνιστεί ίδια προϊόντα που παράγονται αλλού στην Ευρωζώνη, στους επενδυτές παραγωγούς ενέργειας είτε θερμικών είτε ανανεώσιμων. Οι αδυναμίες κοστίζουν εν τέλει στην εθνική οικονομία».
Ο αντιπρόεδρος του ΙΟΒΕ Ραφαήλ Μωυσής με την ομιλία του υπογράμμισε ότι κάθε σχεδιασμός θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν την παρούσα συγκυρία. Όπως είπε, σήμερα «υπέρτατος στόχος θα πρέπει να είναι η αποτροπή της χρεοκοπίας μπροστά στο ενδεχόμενο της οποίας όλοι οι άλλοι στόχοι, περιβαλλοντολογικοί, συμβατικοί ή πολιτικοί, πρέπει να θεωρηθούν δευτερεύοντες». «Η προοπτική της ελληνικής οικονομίας έχει γίνει το μεγάλο αίνιγμα για τους πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές όλης της γης οι δε προβλέψεις καλύπτουν όλο το φάσμα, από τη βαθιά και παρατεταμένη ύφεση μέχρι την αλματώδη ανάπτυξη. Την πρώτη άποψη φαίνεται να συμμερίζονται κυρίως οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, ενώ την δεύτερη υποστηρίζουν με λόγους και έργα τα επίσημα όργανα της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Είναι γνωστό ότι τη δεύτερη και πιστεύω πιο φωτισμένη άποψη, υποστηρίζει και τεκμηριώνει με τις μελέτες του το Ίδρυμά μας», υπογράμμισε ο αντιπρόεδρος του ΙΟΒΕ.
Πυρηνική ενέργεια
Ο ίδιος όπως είπε, αν και παλαιότερα οπαδός της πυρηνικής ενέργειας, σήμερα έχει πάψει να πιστεύει ότι αποτελεί λύση. Για το ίδιο θέμα ανέπτυξε επιχειρηματολογία και ο Παντελής Κάπρος, υποστηρίζοντας ότι για χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες δεν διαθέτουν τεχνολογία παραγωγής εξοπλισμού, πυρηνικών καυσίμων και διαχείρισης αποβλήτων, σε καμία περίπτωση δεν συμφέρει η χρήση της πυρηνικής ενέργειας για ηλεκτροπαραγωγή.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, το πραγματικό κόστος της πυρηνικής κιλοβατώρας στην Ελλάδα, θα είναι αντίστοιχο με αυτό ενός θαλάσσιου αιολικού πάρκου.
Εξοπλισμός - Desertec
Τέλος, ιδιαίτερη συζήτηση έγινε για τα θέματα εγχώριας παραγωγής εξοπλισμού για ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τη συζητούμενη με τη Γερμανία εγκατάσταση μονάδων στην Ελλάδα για εξαγωγή της παραγόμενης ενέργειας.
Όπως παρατηρήθηκε από πολλές πλευρές, η κάλυψη του 40% της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ το 2020, από μόνη της ελάχιστα πράγματα έχει να προσφέρει στην οικονομία, αν δε συνοδευτεί από την παραγωγή τεχνολογίας και εξοπλισμού στο εσωτερικό της χώρας. Μόνο τότε το όφελος θα είναι πραγματικό για την ανάπτυξη.
Μάλιστα όπως τονίστηκε, οι όποιες συζητήσεις γίνουν με τη Γερμανία για τη μεταφορά στην Ελλάδα, μέρους του προγράμματος Desertec (παραγωγή ηλεκτρισμού από ΑΠΕ στη Σαχάρα) θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους και την παράμετρο αυτή, δηλαδή την παραγωγή τουλάχιστον μέρους του απαραίτητου εξοπλισμού στη χώρα.