Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

«Η λογοτεχνία θα κάνει κάτι για την κρίση από τη... μεθεπόμενη γενιά»

Σε συνέντευξή του, ο Θανάσης Βαλτινός...

  • Real.gr
«Η λογοτεχνία θα κάνει κάτι για την κρίση από τη... μεθεπόμενη γενιά»
 «Η λογοτεχνία δεν γίνεται εν βρασμώ» και μόνο οι επόμενες συγγραφικές γενιές θα είναι σε θέση να κάνουν κάτι για την κρίση, πιστεύει ο Θανάσης Βαλτινός. Σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, ο συγγραφέας μνημονεύει τις οφειλές του στα βιβλικά κείμενα και στο δημοτικό τραγούδι, σημειώνοντας πως η ποιητική αίσθηση την οποία αποπνέει συχνά η πεζογραφία του οφείλεται στη γοητεία την οποία του άσκησε όταν ήταν παιδί ο προφορικός λόγος κάποιων αγράμματων ανθρώπων από το κοντινό του περιβάλλον.

Ερ: Μετά το βιβλίο σας «Ανάπλους», το οποίο κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια του 2012 και απασχόλησε ιδιαιτέρως την κριτική, μοιάζει να επιστρέφετε στον κόσμο τον οποίο αναδείξατε πριν από είκοσι περίπου χρόνια με την «Ορθοκωστά» (1994). Ο λόγος είναι για τον Εμφύλιο στην Πελοπόννησο. Στην «Ορθοκωστά» προσεγγίσατε τον Εμφύλιο μέσω μιας σειράς μαρτυριών, στον «Ανάπλου» τον πλησιάζετε μέσω της ατομικής μνήμης και της προσωπικής εμπειρίας. Πώς θα συνδέατε τις δύο προσεγγίσεις;

Απ: Ο «Ανάπλους» ολοκληρώνει την «Ορθοκωστά». Τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτήν έχουν σκιάσει τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία μου. Παρουσιάζονται ωστόσο αποπροσωποποιημένα και αποκομμένα το ένα από το άλλο, παρά τις συχνές συνάφειές τους. Αυτό ήταν επιλογή. Τα διάφορα κεφάλαια -από μια γραμμή έως και πολλές σελίδες- εκτίθενται αυτόνομα, χωρίς εξηγήσεις και χωρίς ερμηνείες. Ως όγκοι ενός υλικού που κουβαλάει μέσα του τα στοιχεία που το δικαιώνουν. Πρόκειται για σαφή λογοτεχνική αντιμετώπισή του. Το λέω αυτό σε σχέση με την πλημμυρίδα των κραυγών που ακούστηκαν τότε. Κάποιος έγραψε ολόκληρο βιβλίο για να αμφισβητήσει την ιστορική αλήθεια αυτού του υλικού. Αν είναι δυνατόν. Τέτοια σύγχυση.

Ο «Ανάπλους» περνάει στην άλλη όχθη. Ο συγγραφέας είναι παρών. Είναι αυτόπτης. Βιογραφείται μυθολογώντας. Αυτό κάνει πιο λεπτή τη θέση του. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις βασική επιδίωξη ήταν ο ζόφος του ιστορικού χρόνου να υπερκεραστεί λογοτεχνικά, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στο τραγικό αίσθημα και την πλησμονή ποίησης που εκλύονται από τέτοιες ακραίες καταστάσεις.

Ερ: Η πεζογραφία σας έχει κάποιες πλευρές τις οποίες η πολιτική συζήτηση έτεινε να επισκιάσει τα τελευταία χρόνια. Η ατομική μοίρα, ο έρωτας, η αναμέτρηση με την τύχη, το υπαρξιακό άγχος προβάλλουν έντονα σε έργα σας όπως το «Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο» (1986), το «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν» (1992) και τα «Φτερά μπεκάτσας» (1993). Το ίδιο ισχύει εν μέρει και για τα «Στοιχεία για τη δεκαετία του ‘60» (1989) μολονότι το συλλογικό στοιχείο είναι εδώ περισσότερο τονισμένο. Πώς σχολιάζετε τα έργα αυτά και πού ακριβώς θα τα εντάσσατε;

Απ: Έχω υποστηρίξει -και όχι χαριτολογώντας- ότι η «Κάθοδος των εννιά» είναι μια ερωτική ιστορία. Θα το ξανάλεγα. Ξεγελάει βεβαίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο φανερώνεται ο έρωτας ή ο ερωτισμός. Στοιχεία που συχνά μπορεί να λειτουργούν σε ένα κείμενο εντελώς μετωνυμικά. Μου είναι δύσκολο να διαχωρίζω τα βιβλία μου. Ίσως είναι συγγραφική αδυναμία. Όπως επίσης να τα κατατάσσω σε κατηγορίες. Θεωρώ, ας πούμε, τα «Φτερά μπεκάτσας» βαθύτατα πολιτικό βιβλίο. Πρόκειται ωστόσο, απλά, για έναν σκληρό συζυγικό καυγά. Φυσικά η άποψη του συγγραφέα δεν είναι ποτέ δεσμευτική.

Ο πρώτος και ο δεύτερος «Ανδρέας Κορδοπάτης» (ο πρώτος δημοσιεύεται το 1964 και ο δεύτερος το 2000) είναι δύο πεζογραφήματα με κοινό ιστορικό ορίζοντα και με κοινό πρωταγωνιστή (τουλάχιστον μέχρι ένα ορισμένο σημείο), αλλά κατά τα άλλα αποδεικνύονται εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Πώς θα ορίζατε τις διαφορές και πώς θα τα συσχετίζατε, αν μπορούμε να τα συσχετίσουμε, με το «Ημερολόγιο 1836-2011» (2001) και τον «Τελευταίο Βαρλάμη» (2010), που κινούνται επίσης σε μεγάλες ιστορικές επιφάνειες;

Ο πρώτος «Κορδοπάτης» είναι η προσωπική ιστορία ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Ο δεύτερος είναι η ιστορία ενός λαού μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Υπάρχει βεβαίως η γλώσσα που μπορεί να λειτουργεί ενοποιητικά. Η γλώσσα καλείται πάντα να σηκώσει το τεράστιο φορτίο της συγγραφικής αμηχανίας. Το «Ημερολόγιο» καλύπτει ένα χρονικό άνοιγμα 175 χρόνων. Όμως εδώ οι τόνοι γίνονται πιο προσωπικοί, ιδιωτικοί περίπου. Το χάσμα είναι ιδιαίτερα ευρύ και μπορεί να γεμίσει με νοσταλγία μόνον και συγκινήσεις που προκαλεί η αίσθηση της ροής του φθοροποιού χρόνου.

Για τον «Τελευταίο Βαρλάμη» θα έλεγα απλά ότι επιβεβαιώνει τις συγγραφικές εμμονές μου, οριοθετώντας ένα χώρο, γεωγραφικά και ιστορικά, τον οποίο αισθάνομαι να κουβαλάω στους ώμους μου ως ένα είδος μόρου.

Ερ: Έχει γραφεί κατ’ επανάληψη πως ο πεζογραφικός σας λόγος έχει ως βασικό του θεμέλιο την προφορικότητα και την καθημερινή ομιλία. Πόσο ασπάζεστε αυτή την άποψη;

Απ: Ομολογώ ως δασκάλους μου τα βιβλικά κείμενα, το δημοτικό τραγούδι και μερικούς κοντινούς ανθρώπους, όταν ήμουν παιδί, κατά πλειονότητα αγραμμάτους. Σ’ αυτούς τους τελευταίους οφείλω την οξυμένη αίσθηση για την ποίηση που κουβαλάει η γλώσσα, τις τεράστιες δυνατότητές της να υπερβαίνει ό,τι περιγράφει και να μεγαλύνει τον κόσμο μέσα στον οποίο λειτουργεί. Όμως ο γραπτός λόγος είναι λόγος σμιλεμένος. Απαραιτήτως. Οικειοποιείται απλώς στοιχεία από το περιρρέον κλίμα του προφορικού, τα στοιχεία της γοητείας του και τα εντάσσει στο δικό του σύστημα. Τα στοιχεία αυτά χοντρικά είναι οι σιωπές του ομιλητή, η έκφραση του προσώπου του, ο τόνος της φωνής, τα χάσματα και οι ασυνέπειες στη ροή των όσων λέγονται, τα γλωσσικά και συντακτικά λάθη. Αυτά πρέπει να εκμεταλλευτεί κάθε φορά ο συγγραφέας.

Ερ: Σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα για τον «Ανάπλου» διαβάσατε σύντομα αποσπάσματα από καινούργια γραπτά σας. Τι ακριβώς ετοιμάζετε;

Απ: Ήσαν μικρά διηγήματα μίας, το πολύ δύο, σελίδων. Θα ενταχθούν μαζί με παλιότερα σε μια καινούργια συλλογή. Σ’ αυτήν σκέφτομαι να συμπεριλάβω και ένα πρώιμο κείμενό μου, γραμμένο το 1955 στα βουνά της ανατολικής Μακεδονίας.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο