Η έκφραση «affordability crisis» έχει εδώ και καιρό καθιερωθεί στα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, απεικονίζοντας τους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς που δημιουργεί η ακρίβεια στις περισσότερες χώρες της Δύσης.
Τι ακριβώς σημαίνει όμως και γιατί η Ελλάδα εμφανίζεται να κάνει πρωταθλητισμό, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να ελέγξει τον πληθωρισμό και να αυξήσει τις απολαβές;
Η απάντηση είναι ότι η ακρίβεια ή «κρίση προσιτότητας», αν εξελληνίσουμε τον ξενόγλωσσο όρο, αφορά την άνιση μεταβολή στις τιμές μεταξύ των αγαθών και υπηρεσιών, που συγκροτούν τον πληθωρισμό, με τρόπο που επιβαρύνει περισσότερο τα λεγόμενα βασικά αγαθά διαβίωσης.
Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ακόμη και η τυχόν αύξηση των μισθών κοντά στα επίπεδα του πληθωρισμού να μην καλύπτει στην πραγματικότητα τις αυξανόμενες βασικές ανάγκες ενός τυπικού νοικοκυριού, για στέγαση, διατροφή, μόρφωση, έξοδο και αναψυχή. Οδηγώντας μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε απώλεια βιοτικού επιπέδου και σταδιακή φτωχοποίηση.
Το φαινόμενο απεικονίζεται καθαρά στον παρακάτω πίνακα, με πρόσφατα στοιχεία. Οι Έλληνες έχουν κατά μέσο όρο πολύ μικρότερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε μια σειρά από βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Σε αυτά τα στοιχεία, θα πρέπει να προστεθεί και ένα ακόμη, ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Το πολύ αυξημένο κόστος στέγασης, σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat που επικαλείται η διαΝΕΟσις, διαμορφώθηκε στο 35,5% έναντι μόλις 19,2% για τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτή είναι η εικόνα και δεν είναι καθόλου ευχάριστη!

Όπως θα έλεγε και οποιοσδήποτε εκπρόσωπος της κυβέρνησης, στις αιτίες αυτής της κατάστασης, μεγάλο ρόλο έχει παίξει η μνημονιακή περίοδος, που συμπίεσε δραστικά τα εισοδήματα. Από τη λήξη όμως των μνημονίων έχουν περάσει πάνω από επτά χρόνια, χωρίς να προκύπτει αισθητή βελτίωση.
Γιατί χειροτέρεψε η «κρίση προσιτότητας» στην Ελλάδα
Τουναντίον, η κρίση ακρίβειας φαίνεται να χειροτερεύει, χρόνο με τον χρόνο, όπως προκύπτει και από τις απαντήσεις των πολιτών σε πρόσφατη έρευνα της QED. Κατά την οποία, το ποσοστό εκείνων που θεωρούν την ακρίβεια το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χώρα αυτή τη στιγμή (με δεύτερο τη διαφθορά) αυξήθηκε μεταξύ 2025 και 2026, από 33% σε 43%.
Σε μια ανοικτή αλλά καθαρά εισαγωγική οικονομία, βασικές πηγές ανάπτυξης της οποίας είναι ο τουρισμός και τα ακίνητα, κυρίως μέσω ξένων επενδύσεων, ενώ ο ρόλος της βιομηχανίας είναι σχετικά περιορισμένος, ήταν επόμενο το φαινόμενο της ακρίβειας να εκδηλωθεί πιο έντονα.
Πρόκειται για μια παρενέργεια αυτής της ιδιότυπης «αναπτυξιακής ορμής» των τελευταίων ετών, την οποία παρουσιάσαμε σε σημείωμα του Απριλίου 2025, μιλώντας για οικονομικό εκτοπισμό. Η κυβέρνηση όμως δεν κατάφερε να διαγνώσει έγκαιρα το πρόβλημα, ούτε και να το αντιμετωπίσει ως σήμερα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αποτυχίας, η εφαρμογή μέτρων για τη στέγαση, που εστιάστηκαν στην ενίσχυση της ζήτησης αντί της προσφοράς, χωρίς βεβαίως να προκύψει ουσιαστική βελτίωση.
Αρκετοί θα υποστηρίξουν -και δεν θα λένε ψέματα- ότι τα οφέλη της εργασίας στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί πολύ λιγότερο από τα κέρδη των επιχειρήσεων. Ότι ο ανταγωνισμός (που μειώνει τις τιμές) στη χώρα μας είναι λιγότερο αποτελεσματικός. Και ότι το κόστος ενέργειας που είναι συγκριτικά πολύ υψηλό στη χώρα μας (λόγω και λανθασμένων πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο) παίζει μεγάλο ρόλο στην ακρίβεια. Σωστά όλα.
Σε βαθύτερο επίπεδο, όμως, μια πολύ βασική αιτία είναι η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και η πολύ χαμηλή παραγωγικότητα που εμφανίζει, ιδιαίτερα όταν συγκριθεί με τον μέσο όρο των κρατών του ΟΟΣΑ.
.jpeg)
Διαπιστωμένο όμως είναι και αυτό το πρόβλημα. Πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα, απαντά σταθερά ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, κάθε φορά που η κυβέρνηση, περιλαμβανομένου του Κυριάκου Μητσοτάκη, μιλάει για περαιτέρω αυξήσεις στους μισθούς.
Παραγωγικότητα: Τα τρία σημαντικά προβλήματα και οι… εκλογές
Στην πράξη, υπάρχουν τρία σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο είναι ότι η ελληνική οικονομία έχει συγκριτικά πολύ αυξημένο αριθμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που δυσκολεύονται να κάνουν τις απαιτούμενες επενδύσεις για να αυξηθεί η παραγωγικότητα, ούτε έχουν συχνά την τεχνογνωσία για να τις εφαρμόσουν.
Το δεύτερο σχετίζεται με την κλαδική διάρθρωση της οικονομίας, που δεν ευνοεί την αύξηση της παραγωγικότητας, διότι το μεγαλύτερο μέρος της αφορά κλάδους υπηρεσιών και όχι τη βιομηχανία, ενώ ο πρωτογενής τομέας της βρίσκεται σχεδόν στην εποχή των σπηλαίων. Το βασικό κλειδί για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι η πρωτογενής και δευτερογενής παραγωγή, δηλαδή η «βιομηχανοποίηση» της οικονομίας.
Το τρίτο αφορά την απροθυμία κυβέρνησης αλλά και επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε συστηματικές και ταχείες ενέργειες, που θα μπορούσαν να βελτιώσουν αυτή την κατάσταση.
Τόσο ο ιδιωτικός τομέας όσο και ο δημόσιος (με κάποιες λαμπερές εξαιρέσεις, που όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα) εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μεγάλη «αντίσταση στην αλλαγή». Επιπλέον, η μεταξύ τους «διαδραστικότητα», που θα μπορούσε να κινητοποιήσει δυνάμεις και να λύσει προβλήματα, κινείται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα απ' ό,τι απαιτούν οι περιστάσεις.
Δυστυχώς, η χώρα έχει εισέλθει ήδη σε προεκλογική περίοδο, οπότε είναι μάλλον απίθανο να δούμε κυβερνητικές κινήσεις στην κλίμακα που απαιτείται, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κρίση ακρίβειας.
Ούτε η αναδιάρθρωση της οικονομίας, μέσω ενίσχυσης της παραγωγής, ούτε η αύξηση της παραγωγικότητας εν γένει και η αποτελεσματική ενίσχυση του ανταγωνισμού είναι κινήσεις που αποδίδουν βραχυχρόνια, ώστε να προσφέρουν ψήφους σε μια περίοδο που η κυβερνώσα παράταξη τις έχει απόλυτη ανάγκη.
Κατά συνέπεια, είναι εύλογο ότι πολιτική προτεραιότητα αποτελούν οι παροχές και οι πολιτικές «άμεσης ανακούφισης». Θεμιτές αυτές, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. Μοιραία, όμως, θα εκμηδενιστούν στην πορεία, εάν δεν αλλάξουν οι τάσεις τις οποίες περιγράψαμε.
Κι αυτό δεν προμηνύει θετικές εξελίξεις, ούτε για την οικονομία ούτε και για την κοινωνία, σε μια περίοδο υψηλού οικονομικού ρίσκου και αβεβαιότητας διεθνώς, όπως αυτή που θα συνεχίσουμε να διανύουμε και τα επόμενα χρόνια.