Έως και 2,7 βαθμούς Κελσίου μπορεί να αυξηθεί κατά μέσο όρο η θερμοκρασία σε περιοχές που βρίσκονται κοντά σε κέντρα δεδομένων (σσ. data centers), σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Αριζόνα.
Η έρευνα, με τίτλο «Η θερμότητα που αποβάλλεται από τα κέντρα δεδομένων ως αναδυόμενος αστικός θερμικός κίνδυνος: Πρώτες επιτόπιες μετρήσεις των επιπτώσεων στη θερμοκρασία του αέρα σε επίπεδο γειτονιάς», δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Journal of Engineering for Sustainable Buildings and Cities και βασίζεται σε επιτόπιες μετρήσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματά της, καταγράφονται αυξήσεις της θερμοκρασίας του αέρα σε γειτονικές περιοχές, αναδεικνύοντας μία παράμετρο που, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό και τη χωροθέτηση των συγκεκριμένων υποδομών.
Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Κλίματος στο ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή, Κώστας Καρτάλης, πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντικά ευρήματα, καθώς δεν προκύπτουν από θεωρητικές εκτιμήσεις αλλά από πραγματικές μετρήσεις της θερμοκρασίας του αέρα που πραγματοποιήθηκαν κατά την κατεύθυνση του ανέμου σε περιοχές κατοικίας που βρίσκονται κοντά σε data centers.
Σύμφωνα με την έρευνα, διαπιστώθηκε μέγιστη και μέση αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,7 και 0,9 βαθμούς Κελσίου αντίστοιχα.
«Για λόγους σύγκρισης, οι περισσότερες πόλεις έχουν ως στόχο τη μείωση της μέσης θερμοκρασίας αέρα σε επίπεδο γειτονιάς κατά 1-2 βαθμούς Κελσίου», επισημαίνει ο κ. Καρτάλης.
Πώς επηρεάζουν τα data centers το μικροκλίμα
Σύμφωνα με τον καθηγητή, ένα data center ισχύος 36 MW και δείκτη ενεργειακής απόδοσης 1,3 αποβάλλει θερμότητα που αντιστοιχεί στη θερμότητα που αποβάλλουν περίπου 40.000 κατοικίες.
Κατά συνέπεια, δημιουργούνται τοπικές θερμικές νησίδες (hot spots), οι οποίες επιβαρύνουν το θερμικό περιβάλλον των περιοχών όπου χωροθετούνται οι εγκαταστάσεις και αλλοιώνουν το μικροκλίμα τους.
«Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι παραπάνω αυξήσεις της θερμοκρασίας αέρα εντοπίζονται μέχρι και σε απόσταση 100-500 μέτρων από το data center, ανάλογα με το μέγεθος της υποδομής, τις επικρατούσες ανεμολογικές συνθήκες και την πολεοδομική διάρθρωση της αστικής περιοχής», σημειώνει ο κ. Καρτάλης.
Τα μέτρα που προτείνονται
Υπό το πρίσμα των ευρημάτων της μελέτης, τίθεται το ερώτημα ποιες παρεμβάσεις μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις των data centers στο τοπικό μικροκλίμα.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Καρτάλης, απαιτείται ένα πλέγμα μέτρων που εκτείνεται από τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και των συστημάτων ψύξης έως τον πολεοδομικό σχεδιασμό και την ενίσχυση του αστικού πρασίνου.
«Αρχικά είναι αναγκαία η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και η χρήση συστημάτων ψύξης. Παράλληλα είναι δυνατόν η αποβαλλόμενη θερμότητα να επαναχρησιμοποιείται, ουσιαστικά να διανέμεται σε κατοικίες, κτίρια, βιομηχανίες κ.ά.», αναφέρει.
Παράλληλα, τονίζει ότι οι περιοχές που μεσολαβούν μεταξύ ενός data center και κατοικιών ή άλλων κτιρίων θα πρέπει να εμπλουτίζονται με πυκνή βλάστηση και κυρίως με δέντρα, τα οποία έχουν τη μεγαλύτερη δροσιστική επίδραση.
Η απόσταση ασφαλείας
Σε ό,τι αφορά τις πολεοδομικές παρεμβάσεις, ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι «το ελάχιστο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι η απόσταση ενός data center από κατοικίες και κτίρια δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 500 μέτρων».
Όπως εξηγεί, θα πρέπει να μεσολαβεί μία ελεύθερη κυκλική ζώνη εμβαδού περίπου 800 στρεμμάτων ή όποια απόσταση προκύπτει με βάση τα χαρακτηριστικά της περιοχής υποδοχής.
Καθώς ήδη λειτουργούν data centers στη χώρα και έχουν ανακοινωθεί νέες επενδύσεις, ο κ. Καρτάλης επισημαίνει ότι η χωροθέτησή τους πρέπει να εξετάζεται με αυστηρά περιβαλλοντικά, πολεοδομικά και χωροταξικά κριτήρια.
«Πρόκειται για υποδομές που δεν θα πρέπει να εντάσσονται σε κατοικημένες περιοχές ή να βρίσκονται στην εγγύτητά τους, ιδίως σε θερμά κλίματα», αναφέρει.
Παράλληλα, σημειώνει ότι θα πρέπει να τεθούν συγκεκριμένα όρια, όπως ελάχιστες αποστάσεις από κατοικίες και κτίρια, να προηγούνται μελέτες για τα μετεωρολογικά και κλιματικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, να αξιολογούνται οι επιπτώσεις στην κατανάλωση νερού και ενέργειας και να αξιοποιούνται ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
«Βεβαίως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν επηρεάζεται άμεσα η ποσότητα της αποβαλλόμενης θερμότητας, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, ώστε να μην παράγεται διοξείδιο του άνθρακα, μία από τις χημικές ενώσεις που ευθύνονται για την κλιματική αλλαγή», καταλήγει ο κ. Καρτάλης.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ